Παροχή υπηρεσιών μεταξύ συζύγων στην επιχείρηση του ενός - Μη συνδρομή προϋποθέσεων αξιοποίνου για μη καταβολή δεδουλευμένων, ελλείποντος του στοιχείου της σχέσης εργασίας μεταξύ τους- Αθώωση κατηγορουμένου για την πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων.

 

Για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής διατάξεως που προβλέπει την κατά νόμο τιμωρία του εργοδότη που δεν καταβάλει τα δεδουλευμένα σε εργαζόμενό του, αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί μεταξύ άλλων και η ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας μεταξύ τους. Στην περίπτωση, επομένως, που δεν υφίσταται σχέση εργασίας, δεν υφίσταται και αντίστοιχη υποχρέωση περί καταβολής δεδουλευμένων. 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος απασχολούσε αρχικά την εγκαλούσα ως υπάλληλο γραφείου με οχτάωρη απασχόληση επί πενθημέρου βάσεως. Μετά την τέλεση γάμου μεταξύ τους και την απόκτηση τέκνου, η εγκαλούσα διέκοψε την εργασία της, αποστασιοποιούμενη πλήρως από οποιαδήποτε παροχή εργασίας στην επιχείρηση του κατηγορουμένου-συζύγου της. Στο διάστημα που ακολούθησε τη διακοπή της εργασίας της και επί πέντε έτη, η εγκαλούσα περιοριζόταν στο να συνδράμει απλώς τον κατηγορούμενο, παρέχοντας περιστασιακές υπηρεσίες, βοηθητικού χαρακτήρα (τηλεφωνήματα, αποστολή e-mails κλπ). Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι, παρά την παροχή των περιστασιακών υπηρεσιών από την εγκαλούσα, αλλά και την (εικονική) συνέχιση της ασφάλισής της στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν υφίστατο ενεργή σχέση εργασίας μεταξύ τους, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να μη θεωρείται εργαζόμενη και επομένως ο κατηγορούμενος, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ενόψει των ανωτέρω ως εργοδότης, να μην υπέχει υποχρέωση προς καταβολή μισθών, επιδομάτων, ασφάλειας κ.ά.

Στην άνω κρίση του οδηγήθηκε το Δικαστήριο με το σκεπτικό ότι οι περιστασιακά και ευκαιριακά προσφερόμενες υπηρεσίες προς τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να θεωρηθούν ως παροχή εργασίας, τούτο δε διότι αφενός μεν η όποια συνδρομή της εγκαλούσας γινόταν στο πλαίσιο της υποχρέωσης συμβολής της στις κοινές με τον κατηγορούμενο οικογενειακές ανάγκες και πάντως δεν επρόκειτο για παροχή «εργασίας» με την έννοια που απαιτείται από τον πράγματι «εργαζόμενο», αφετέρου δε η πενταετής αποχή της από την εργασία της στην επιχείρηση του κατηγορουμένου συνιστά σιωπηρή εκ μέρους της καταγγελία της μέχρι πρότινος έγκυρης σύμβασης εργασίας της. Ενόψει των άνω παραδοχών, ο κατηγορούμενος ορθώς κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων.