ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΓΙΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΣ – ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΡ. 198 Α Ν. 4738/2020

Σε βάρος του εντολέα μας, υπό την ιδιότητα του ως εταίρου- διαχειριστή δύο ετερόρρυθμων εταιριών, σχηματίστηκε ένας ενιαίος πίνακας χρεών συνολικού ύψους 444.273.15 ευρώ.  Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, υποβλήθηκε αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός σχετικά με την έλλειψη της απαιτούμενης ιδιότητας του διαχειριστή για μέρος των επίδικων οφειλών της μιας εταιρίας. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι οι οφειλές ύψους 197.290,14 ευρώ,  είχαν γεννηθεί και βεβαιωθεί  σε χρόνο κατά τον οποίο ο εντολέας μας δεν είχε την ιδιότητα του διαχειριστή. Με την με αριθμό 14137/2025 απόφαση του Δ΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ο ως άνω  ισχυρισμός μας έγινε δεκτός και έτσι το ποσό μειώθηκε στις 246.983.01 ευρώ.

Ωστόσο , ήδη κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, η μια εκ των δύο εταιρειών είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και κατόπιν σχετικού ισχυρισμού μας το δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 198Α του Ν. 4738/2020, ανέστειλε την ποινική διαδικασία ως προς τα χρέη που αφορούσαν την πτωχή εταιρία, ενώ για το ενιαίο της κρίσης ανέστειλε την ποινική διαδικασία για το σύνολο των οφειλών (βλ. την υπ΄αριθμ. 542/2026 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης).

344/2024 και 2/2025 Μ.Ο.Ε. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΔΟΛΟ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕ ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΜΕΛΕΙΑ

Η εν λόγω υπόθεση αφορά το περιστατικό οπαδικης βίας σε βάρος Βούλγαρου οπαδού, το οποίο κατέληξε στον θάνατό του μετά από παράσυρσή του από το όχημα μίας εκ των κατηγορουμένων – εντολέως μας. Αρχικά η δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος της οδηγού αφορούσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ωστόσο, κατόπιν νέων δεδομένων που προέκυψαν κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης, η κατηγορία σε βάρος της οδηγού αναβαθμίστηκε σε ανθρωποκτονία με άμεσο δόλο. Κατά τον α΄ βαθμό εκδίκασης εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο (με πλειοψηφία 4-3). Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε β΄ βαθμό ενώπιον του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης η κατηγορούμενη τελικώς καταδικάστηκε ομόφωνα για ανθρωποκτονία με ενσυνείδητη αμέλεια. Ειδικότερα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν υπέρ της άποψης ότι η οδηγός τέλεσε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με ενσυνείδητη αμέλεια και όχι με ενδεχόμενο δόλο είναι τα εξής: α) το γεγονός ότι ενώ οδηγούσε το όχημα δεχόταν απειλές (χτυπήματα στο αυτοκίνητό της) από τους οπαδούς που βρίσκονταν στον χώρο, β) ότι εξαιτίας των επεισοδίων οπαδικής βίας βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, γ) ότι κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα και με σκοπό αποφυγής των επεισοδίων, δ) ότι λίγο πριν είχε επιτυχώς καταφέρει να αποφύγει έτερο άτομο, φίλο του θύματος, ο οποίος κείτονταν στο οδόστρωμα δίπλα στο θύμα, ε) ότι κάνοντας ελιγμούς προσπάθησε (ανεπιτυχώς)  να αποφύγει  το θύμα, στ) ότι είχε οδηγική αδεξιότητα, ζ) ότι δεν ήταν οπαδός της ομάδας των (λοιπών) επιτιθέμενων, δεν είχε οπαδικό παρελθόν και καμία συμμετοχή στις πράξεις της συμπλοκής που λάμβαναν χώρα πριν και κατά τη διάρκεια του επεισοδίου και άρα δεν είχε ιδιοτελές κίνητρο. Ειδικά ως προς το κίνητρο της οδηγού, το οποίο ήταν η απομάκρυνσή της από τα εν εξελίξει επεισόδια, όπως άλλωστε είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτό με βάση το σκεπτικό του ΜΟΕ Θες/κης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιοτελές και μάλιστα να σημαίνει επιδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος καθότι η οδηγός βρισκόταν σε κατάσταση πανικού και προσπαθούσε να αποφύγει με ελιγμούς τα πεσμένα στο οδόστρωμα άτομα. Η γνώση δε της υψηλής επικινδυνότητας των ενεργειών της δεν αναιρεί την παραπάνω παραδοχή αφού –κατά το σκεπτικό της απόφασης- αυτή ανάγεται στο γνωστικό και όχι στο βουλητικό στοιχείο της πράξης.

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΗΣ 19ης ΑΝΑΚΡΙΤΡΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ Αίτηση άρσης κατάσχεσης αυτοκινήτου – Έννομο συμφέρον της μισθώτριας – κατόχου αυτού στο πλαίσιο εκτέλεσης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης – Απόδοση οχήματος στην μισθώτρια εταιρία

Η εν λόγω υπόθεση χρήζει σχολιασμού καθότι αφορά ένα ζήτημα που προκύπτει συχνά σε πρακτικό επίπεδο και δεν τυγχάνει πάντα της ίδιας νομολογιακής αντιμετώπισης. Ειδικότερα, πρόκειται για περίπτωση εντολέα μας, η οποία είναι κάτοχος οχήματος στο πλαίσιο εκτέλεσης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, το οποίο (όχημα) κατασχέθηκε ως προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας, στην οποία συμμετείχε τρίτο πρόσωπο, που δε σχετίζεται καθοιονδήποτε τρόπο με την μισθώτρια εταιρία.

Δεδομένου ότι η ποινική υπόθεση βρίσκεται σε στάδιο κύριας ανάκρισης, η οποία διεξάγεται από την 19η Ανακρίτρια Αθηνών, η μισθώτρια – κάτοχος εταιρία υπέβαλε στην τελευταία αίτηση άρσης κατάσχεσης του εν λόγω οχήματος, κατ΄ άρθρο 269 παρ. 3 ΚΠΔ, ζητώντας την απόδοση του οχήματος στην ίδια άλλως και επικουρικώς στην ιδιοκτήτρια εταιρία, δηλαδή στην εκμισθώτρια δυνάμει της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Η αίτησή μας έγινε δεκτή και διατάχθηκε η απόδοση του οχήματος στην αιτούσα – μισθώτρια εταιρία, καθότι κρίθηκε ότι η διατήρηση της κατάσχεσης θα επέφερε σημαντική οικονομική ζημία στην αιτούσα από την αδυναμία εκμετάλλευσης του οχήματος, το οποίο μάλιστα ήταν πιθανό να υποστεί βλάβες από την επί μακρόν αχρησία του. Η ανυπαρξία δε ενδείξεων σε βάρος της αιτούσας για τα διερευνώμενα αδικήματα και το γεγονός ότι η άρση της κατάσχεσης δεν ασκεί επιρροή στις εκκρεμείς ανακριτικές πράξεις λήφθηκαν θετικά υπόψη στην αποδοχή της αίτησης.

Το ενδιαφέρον σκέλος της Διάταξης έγκειται στην αποδοχή του αιτήματος απόδοσης του οχήματος στην κάτοχο – αιτούσα και όχι στην εκμισθώτρια – ιδιοκτήτρια του οχήματος, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας και όχι υπό τη στενή γραμματική διατύπωση του αρ. 269 ΚΠΔ, η οποία αναφέρεται –αποκλειστικά και μόνο – στον κύριο των κατασχεθένων πραγμάτων.

ΜονΠλημΘεσ 15222/2024 – ΜΗ ΕΓΚΑΙΡΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΠΑΥΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ

Η ως άνω απόφαση αφορά την από 04.07.2024 συνεκδίκαση μερικότερων δικογραφιών, οι οποίες είχαν σχηματισθεί εξαιτίας της δημιουργίας οφειλών ανώνυμης εταιρίας προς τον ασφαλιστικό φορέα ΕΦΚΑ. Οι κατηγορούμενοι είχαν την ιδιότητα των διευθυνόντων συμβούλων και για το λόγο αυτόν κινήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος τους ως υπαίτιων του εν λόγω αδικήματος. Όλες πράξεις που τελικά συνεκδικάστηκαν αφορούσαν περιόδους από το 2012 έως το και το 2015, οι οποίες στο παρελθόν είχαν ανασταλεί λόγω των ρυθμίσεων που τηρούσε η οφειλέτιδα Ανώνυμη Εταιρία.

Από πλευράς της υπεράσπισης υποβλήθηκε αυτοτελής ισχυρισμός περί παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής δυνάμει των αρ. 2, 111-113 ΠΚ σε συνδυασμό με τα αρ. 28 παρ. 15 του ν. 4321/2015 και αρ. 33 του ν. 4745/2020. Ειδικότερα, ήδη από τις 21.03.2025 με το αρ. 28 παρ. 15 του ν. 4321/2015 είχε προβλεφθεί η αναστολή της ποινικής δίωξης του αδικήματος του αρ. 1 του α.ν. 86/1967 για την μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών σε περίπτωση ρύθμισης της οφειλής.

Ωστόσο, δεν είχε προβλεφθεί ότι η αναστολή της ποινικής δίωξης θα μπορούσε να διαρκεί περισσότερο ή να παρατείνει τον χρόνο αναστολής λόγω επιδικίας, όπως αυτός προβλέπεται στο αρ 113 ΠΚ, εν προκειμένω 3 έτη για τα πλημμελήματα. Ο νομοθέτης προέβλεψε πέντε έτη αργότερα και συγκεκριμένα με την ψήφιση του αρ. 33 του ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α 214/06.11.2020) ότι σε περίπτωση αναστολής της ποινικής δίωξης λόγω ρύθμισης της οφειλής, τότε δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής προθεσμίας της παραγραφής του αρ. 113 παρ. 2 εδ α ΠΚ.

Στην σχολιαζόμενη υπόθεση, η οποία αφορούσε περιόδους από το 2012 έως και τον 2ο μήνα του 2015, έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι δηλαδή δεν είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του αρ. 33 του ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α 214/06.11.2020), με την οποία δε θα υπήρχε ο χρονικός περιορισμός της αναστολής της παραγραφής των 3 ετών, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με το αρ. 2 του ΠΚ, το οποίο μάλιστα έχει υπενομοθετική ισχύ και για το λόγο αυτόν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη των πράξεων λόγω παραγραφής τους.

ΤρΕφΚακΘεσ 1254/2024 – ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ ΤΕΛΕΣΘΕΙΣΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΒΟΥΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΦΠΑ, ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΦΠΑ, ΟΠΟΥ ΤΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΟΔΟΘΗΚΕ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΑΝΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ Ή ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟ ΕΤΟΣ ΤΙΣ 100.000 ΕΥΡΩ – ΑΘΩΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ

Η υπόθεση φοροδιαφυγής που απασχόλησε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θες/κης συνοπτικά είχε τα εξής θέματα: Η κατηγορούμενη είχε μία ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις εξαγωγές ενδυμάτων στο εξωτερικό. Η επιχείρηση συστάθηκε το έτος 2003 και το 2006 κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, κατόπιν σχετικής αίτησης δανειστή της. Ορίστηκε προσωρινή σύνδικος, η οποία επί 2 έτη δεν προέβη σε καμία ενέργεια για λογαριασμό της πτωχής και με απόφαση της Εισηγήτριας της Πτώχευσης αντικαταστάθηκε με άλλο σύνδικο. Το 2015, περίπου μία 10ετία μετά την κήρυξη σε πτώχευση δόθηκε εντολή ελέγχου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ , η οποία ολοκληρώθηκε το 2017. Η κατηγορούμενη κλήθηκε να παραδώσει τα εμπορικά της βιβλία, το σύνολο των οποίων δεν είχε στη διάθεσή της γι’ αυτό και θεωρήθηκαν ανακριβή στο σύνολό τους, με αποτέλεσμα να διενεργηθεί εξωλογιστικός προσδιορισμός, σύμφωνα με τον οποία τα εισοδήματά της και κατ’ επέκταση ο ΦΠΑ προσδιορίστηκαν σε ποσά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.

Με την με αριθμό 1254/2024 απόφαση του ΤΕΚ κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του αρ. 66 παρ 1 β, 3β του ν. 4174/2013, το οποίο απαιτεί ο φορολογούμενος να ενεργεί με υπερχειλή δόλο, δηλαδή να αποκρύπτει και να μη δηλώνει στην αρμόδια φορολογική αρχή τα καθαρά φορολογητέα εισοδήματα του, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου, που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα. Κατά το ενδιαφέρον σκέλος του σκεπτικού, με βάση το οποίο απαλλάχθηκε της κατηγορίας η  κατηγορούμενη, η τελευταία δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2007ούτε και δήλωσης εκκαθαριστικής δήλωσης ΦΠΑ ΤΟΥ 2006, καθότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ήταν ήδη πτωχή και άρα οι ως άνω υποχρεώσεις βάρυναν τον διορισθέντα σύνδικο της πτώχευσης. Επίσης, συναξιολογήθηκε ότι η κατηγορούμενη κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσει το έργο του συνδίκου, όπως κατέθεσαν ο σύνδικος και οι αρμόδιες υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ., ωστόσο δεν ήταν δυνατή η προσκόμιση του συνόλων των αιτηθέτων βιβλίων της επιχείρησης όχι για λόγους συγκάλυψης αλλά εξαιτίας της παρέλευσης άνω των 10 ετών από την κήρυξη της πτώχευση και της μη διάθεσης συνεργασίας του προηγούμενου λογιστή της.

ΑΘΩΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΕΩΝ ΜΑΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥΝ.2168/1993 ΠΕΡΙ ΟΠΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ Ν.2725/1999 ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΒΙΑΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Αθώοι κρίθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμόν 6518/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δύο εντολείς μας και ένας τρίτος συγκατηγορούμενος τους, που αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες 1) της κατοχής αντικειμένου που μπορεί να προκαλέσει σωματικές βλάβες με αφορμή αθλητική εκδήλωση πριν από την έναρξη αυτής (Άρθρο 41 ΣΤ παρ. 2β-1γ Ν 2725/1999) , 2) της παράνομης οπλοφορίας μαχαιριού (Άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α΄υποπερ. αβ΄ σε συνδυασμό με το Άρθρο 10 παρ. 1 και 13 περ. β΄ του Ν.2168/1993) και 3) της παραβίασης του νόμου περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων(Ν.456/1976).

Η υπόθεση –ως προς τους δύο εντολείς μας- αφορούσε την κατοχή ενός αναδιπλούμενου μαχαιριού με πλαστική μαύρη λαβή -τύπου σουγιά οικιακής χρήσης- στην τσέπη τους, ενώ ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο την κατοχή μιας μη ενεργοποιημένης πυροτεχνικής κατασκευής τύπου ναυτικού πυρσού, κατά την είσοδό τους στο χώρο διεξαγωγής αγώνα ποδοσφαίρου της πρώτης αγωνιστικής του πρωταθλήματος SUPERLEAGUE μεταξύ των ομάδων της ΠΑΕ ΠΑΟΚ και της ΠΑΕ Αστέρα Τρίπολης. Τα ως άνω αντικείμενα βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων κατόπιν σωματικού ελέγχου της αστυνομίας στο πλαίσιο εντοπισμού και καταστολής τυχόν οργανωμένων φιλάθλων της μίας εκ των ομάδων

Το Δικαστήριο, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης αλλά και τις απολογίες των κατηγορουμένων, έκρινε ότι , ως προς τις δύο πρώτες περιπτώσεις (των εντολέων μας), εγέρθηκαν αμφιβολίες ως προς την γνώση και πρόθεση κατοχής των ως άνω μαχαιριών – τύπου σουγιά- και κατ’ επέκταση αμφιβολίες για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των αποδιδόμενων σ’ αυτούς πράξεων.

Το Δικαστήριο στο σκεπτικό της απαλλακτικής του κρίσης συνεκτίμησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι αμφότεροι οι ως άνω δύο κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν άψογα με τις αστυνομικές αρχές και παρέδωσαν τα μαχαίρια – τύπου σουγιά που κατείχαν, έκρινε βάσιμους τους ισχυρισμούς τους ότι μάλλον είχαν ξεχάσει ότι έφεραν πάνω τους τα ως άνω αντικείμενα και τέλος ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχαν απασχολήσει ξανά τις αστυνομικές αρχές για παρόμοιες πράξεις.

Όσον αφορά τον τρίτο κατηγορούμενο, το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό του ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη σε σχέση με την κατοχή μη νόμιμης πυροτεχνικής κατασκευής τύπου ναυτικού πυρσού, ήρε τον καταλογισμό της αποδιδόμενης σ’ αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης, και ως εκ τούτου, τον κήρυξε επίσης αθώο. Κατά το ενδιαφέρον σκεπτικό του ως προς το συγγνωστό της νομικής πλάνης του τρίτου κατηγορούμενου, το Δικαστήριο συνεκτίμησε το γεγονός ότι αυτός είχε προμηθευτεί τον εν λόγω πυρσό από κατάστημα του τόπου διαμονής του, χωρίς να απαιτηθεί κάποια άδεια από τις αρχές και ήταν κάτι που ο ίδιος έβλεπε πολύ συχνά να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια πολλών αθλητικών αγώνων. Επίσης, δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι πήγαινε μόλις για δεύτερη φορά στο γήπεδο και είχε τις διαβεβαιώσεις του φίλου του ότι η κατοχή του ναυτικού πυρσού ήταν απολύτως νόμιμη. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε όλα τα παραπάνω λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές, πνευματικές και επαγγελματικές δυνατότητες και ικανότητες του τρίτου κατηγορουμένου και δη το ότι ήταν μόλις 20 ετών, φοιτητής ΙΕΚ και με σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Χρέη στο Δημόσιο- Ποσό 319.720 ευρώ- Αθώος ο κατηγορούμενος δυνάμει του αρ. 469ΠΚ

Δυνάμει της υπ’ αριθμ.5730/2022 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης , αθώος κηρύχθηκε εντολέας μας που κατηγορήθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού άνω των 200.000 ευρώ.

Το ως άνω Δικαστήριο, εφάρμοσε το αρ. 469 ΠΚ και έκρινε ότι ο επίδικος πίνακας χρεών έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, διότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορούσαν φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, καθώς οι οφειλές αυτές ανέρχονταν σε ποσό που ξεπερνά τις 50.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, και άρα ήταν εντός του ορίου που θέτει το αρ. 66 του ΚΦΔ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο ΦΠΑ. Συνεπώς το συνολικό οφειλόμενο ποσό- μετά την αφαίρεση των ως άνω οφειλών- υπολειπόταν του ορίου του αξιοποίνου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των χρεών στο δημόσιο, και έτσι κατέστη ανέγκλητη η πράξη.

 

Χρέη στο Δημόσιο- Ποσό 166.581 ευρώ- Αθώος ο κατηγορούμενος δυνάμει του αρ. 469ΠΚ

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 10732/2021 απόφασης του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε αθώος ο εντολέας μας, που κατηγορήθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού άνω των 100.000ευρώ, και συγκεκριμένα για το ποσό των 166.581,80 ευρώ .

Το ως άνω Δικαστήριο, εφάρμοσε το αρ. 469 ΠΚ και έκρινε ότι ο επίδικος πίνακας χρεών έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, διότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορούσαν φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, καθώς οι οφειλές αυτέςανέρχονταν σε ποσό που ξεπερνά τις 50.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, και άρα ήταν εντός του ορίου που θέτει το αρ. 66 του ΚΦΔ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο ΦΠΑ. Συνεπώς το συνολικό οφειλόμενο ποσό- μετά την αφαίρεση των ως άνω οφειλών- υπολειπόταν του ορίου του αξιοποίνου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των χρεών στο δημόσιο, και έτσι κατέστη ανέγκλητη η πράξη.

Πλαστογραφία με χρήση- Αθώωση του κατηγορουμένου -Κρίθηκε ότι το επίδικο πλαστό έγγραφο δε θα μπορούσε να παράξει έννομη συνέπεια

Αθώος κρίθηκε βάσει της υπ’αριθμόν 6111/2020 απόφασης του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης εντολέας μας που αντιμετώπιζε την κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση (216 παρ.1ΠΚ).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η κατηγορία αφορούσε μία υπεύθυνη δήλωση, επί της οποίας είχε τεθεί πλαστή σφραγίδα του ΚΕΠ, καθώς και πλαστή υπογραφή του υπαλλήλου του ΚΕΠ, που βεβαίωνε αρμοδίως το γνήσιο της υπογραφής του δηλούντος. Η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση είχε προσκομισθεί από ασθενή ως δικαιολογητικό έγγραφο για την αγορά ιατρικών ειδών από την εταιρία του εντολέα μας και στη συνέχεια είχε γίνει χρήση της σε δημόσιο ασφαλιστικό φορέα, για κάλυψη μέρους της δαπάνης. Από την αποδεικτική διαδικασία και κυρίως από την επισκόπηση του εγγράφου, διαπιστώθηκε ότι μολονότι είχε τεθεί σφραγίδα και υπογραφή του υπαλλήλου του ΚΕΠ για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, παρόλα αυτά δεν υπήρχε στο εν λόγω έγγραφο η υπογραφή του δηλούντα. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας το 216 ΠΚ, από την ερμηνεία του οποίου προκύπτει πως «σκοπός του υπαιτίου είναι να παραπλανήσει με τη χρήση του  πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός  που είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες», έκρινε πως στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετούνταν το έγκλημα της πλαστογραφίας καθότι εφόσον δεν είχε τεθεί η υπογραφή του δηλούντος, το ως άνω έγγραφοδεν ήταν πρόσφορο να παραπλανήσει για την εμπεριεχόμενη σε αυτό υπεύθυνη δήλωση, ούτε θα ήταν δυνατό να έχει έννομες συνέπειες για οποιοδήποτε άλλο πραγματικό περιστατικό, με αποτέλεσμα την αθώωση του εντολέα μας.

Αθώωση του εντολέα μας για ηθική αυτουργία σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ’εξακολούθηση

Αθώος κρίθηκε βάσει της υπ’ αριθμόν 12233/2020 απόφασης του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης εντολέας μας, που αντιμετώπιζε την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στην πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ’ εξακολούθηση.

Η υπόθεση αφορoύσε την έκδοση τεσσάρων ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, με κατηγορούμενους τους ιατρούς, ως φυσικούς αυτουργούς του αδικήματος και τον εντολέα μας, διαχειριστή εταιρίας ιατρικών ειδών, ως ηθικό αυτουργό του αδικήματος. Το ψευδές των ιατρικών πιστοποιήσεων έγκειτο στο ότι οι ασθενείς δεν έπασχαν από τις αναφερόμενες στις βεβαιώσεις των ιατρών παθήσεις και δεν έχρηζαν χορήγησης ιατρικών μηχανημάτων για την αντιμετώπισή τους. Το ως άνω Δικαστήριο, ως προς τις τρεις περιπτώσεις, έκρινε ότιπράγματι οι ασθενείς έπασχαν από τις εν λόγω παθήσεις, όπως ακριβώς αναγραφόταν στις ιατρικές βεβαιώσεις και άρα αυτές δεν ήταν ψευδείς, με συνέπεια να κριθούν αθώοι τόσο οι εκδότες ιατροί όσο και ο εντολέας μας. Ως προς την τέταρτη περίπτωση της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, κρίθηκε ότι ναι μεν αυτή ήταν ψευδής, καθώς ο ασθενής δεν αντιμετώπιζε τη συγκεκριμένη πάθηση, με συνέπεια να κηρυχθεί ένοχος ο ένας εκ των κατηγορούμενων ιατρών, ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι  ο εντολέας μας είχε γνώση του ψευδούς περιεχομένου της εν λόγω πιστοποίησης, πολλώ δε μάλλον ότι είχε προκαλέσει την απόφαση στον ιατρό να προχωρήσει στη σύνταξη αυτής, με αποτέλεσμα την αθώωσή του και για αυτήν την πράξη.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Η ομάδα μαςΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣΥΝΔΕΣΜΟΙ EN