ΑΘΩΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΕΩΝ ΜΑΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥΝ.2168/1993 ΠΕΡΙ ΟΠΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ Ν.2725/1999 ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΒΙΑΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Αθώοι κρίθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμόν 6518/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δύο εντολείς μας και ένας τρίτος συγκατηγορούμενος τους, που αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες 1) της κατοχής αντικειμένου που μπορεί να προκαλέσει σωματικές βλάβες με αφορμή αθλητική εκδήλωση πριν από την έναρξη αυτής (Άρθρο 41 ΣΤ παρ. 2β-1γ Ν 2725/1999) , 2) της παράνομης οπλοφορίας μαχαιριού (Άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α΄υποπερ. αβ΄ σε συνδυασμό με το Άρθρο 10 παρ. 1 και 13 περ. β΄ του Ν.2168/1993) και 3) της παραβίασης του νόμου περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων(Ν.456/1976).

Η υπόθεση –ως προς τους δύο εντολείς μας- αφορούσε την κατοχή ενός αναδιπλούμενου μαχαιριού με πλαστική μαύρη λαβή -τύπου σουγιά οικιακής χρήσης- στην τσέπη τους, ενώ ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο την κατοχή μιας μη ενεργοποιημένης πυροτεχνικής κατασκευής τύπου ναυτικού πυρσού, κατά την είσοδό τους στο χώρο διεξαγωγής αγώνα ποδοσφαίρου της πρώτης αγωνιστικής του πρωταθλήματος SUPERLEAGUE μεταξύ των ομάδων της ΠΑΕ ΠΑΟΚ και της ΠΑΕ Αστέρα Τρίπολης. Τα ως άνω αντικείμενα βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων κατόπιν σωματικού ελέγχου της αστυνομίας στο πλαίσιο εντοπισμού και καταστολής τυχόν οργανωμένων φιλάθλων της μίας εκ των ομάδων

Το Δικαστήριο, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης αλλά και τις απολογίες των κατηγορουμένων, έκρινε ότι , ως προς τις δύο πρώτες περιπτώσεις (των εντολέων μας), εγέρθηκαν αμφιβολίες ως προς την γνώση και πρόθεση κατοχής των ως άνω μαχαιριών – τύπου σουγιά- και κατ’ επέκταση αμφιβολίες για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των αποδιδόμενων σ’ αυτούς πράξεων.

Το Δικαστήριο στο σκεπτικό της απαλλακτικής του κρίσης συνεκτίμησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι αμφότεροι οι ως άνω δύο κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν άψογα με τις αστυνομικές αρχές και παρέδωσαν τα μαχαίρια – τύπου σουγιά που κατείχαν, έκρινε βάσιμους τους ισχυρισμούς τους ότι μάλλον είχαν ξεχάσει ότι έφεραν πάνω τους τα ως άνω αντικείμενα και τέλος ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχαν απασχολήσει ξανά τις αστυνομικές αρχές για παρόμοιες πράξεις.

Όσον αφορά τον τρίτο κατηγορούμενο, το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό του ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη σε σχέση με την κατοχή μη νόμιμης πυροτεχνικής κατασκευής τύπου ναυτικού πυρσού, ήρε τον καταλογισμό της αποδιδόμενης σ’ αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης, και ως εκ τούτου, τον κήρυξε επίσης αθώο. Κατά το ενδιαφέρον σκεπτικό του ως προς το συγγνωστό της νομικής πλάνης του τρίτου κατηγορούμενου, το Δικαστήριο συνεκτίμησε το γεγονός ότι αυτός είχε προμηθευτεί τον εν λόγω πυρσό από κατάστημα του τόπου διαμονής του, χωρίς να απαιτηθεί κάποια άδεια από τις αρχές και ήταν κάτι που ο ίδιος έβλεπε πολύ συχνά να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια πολλών αθλητικών αγώνων. Επίσης, δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι πήγαινε μόλις για δεύτερη φορά στο γήπεδο και είχε τις διαβεβαιώσεις του φίλου του ότι η κατοχή του ναυτικού πυρσού ήταν απολύτως νόμιμη. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε όλα τα παραπάνω λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές, πνευματικές και επαγγελματικές δυνατότητες και ικανότητες του τρίτου κατηγορουμένου και δη το ότι ήταν μόλις 20 ετών, φοιτητής ΙΕΚ και με σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Χρέη στο Δημόσιο- Ποσό 319.720 ευρώ- Αθώος ο κατηγορούμενος δυνάμει του αρ. 469ΠΚ

Δυνάμει της υπ’ αριθμ.5730/2022 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης , αθώος κηρύχθηκε εντολέας μας που κατηγορήθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού άνω των 200.000 ευρώ.

Το ως άνω Δικαστήριο, εφάρμοσε το αρ. 469 ΠΚ και έκρινε ότι ο επίδικος πίνακας χρεών έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, διότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορούσαν φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, καθώς οι οφειλές αυτές ανέρχονταν σε ποσό που ξεπερνά τις 50.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, και άρα ήταν εντός του ορίου που θέτει το αρ. 66 του ΚΦΔ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο ΦΠΑ. Συνεπώς το συνολικό οφειλόμενο ποσό- μετά την αφαίρεση των ως άνω οφειλών- υπολειπόταν του ορίου του αξιοποίνου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των χρεών στο δημόσιο, και έτσι κατέστη ανέγκλητη η πράξη.

 

Χρέη στο Δημόσιο- Ποσό 166.581 ευρώ- Αθώος ο κατηγορούμενος δυνάμει του αρ. 469ΠΚ

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 10732/2021 απόφασης του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε αθώος ο εντολέας μας, που κατηγορήθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού άνω των 100.000ευρώ, και συγκεκριμένα για το ποσό των 166.581,80 ευρώ .

Το ως άνω Δικαστήριο, εφάρμοσε το αρ. 469 ΠΚ και έκρινε ότι ο επίδικος πίνακας χρεών έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, διότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορούσαν φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, καθώς οι οφειλές αυτέςανέρχονταν σε ποσό που ξεπερνά τις 50.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, και άρα ήταν εντός του ορίου που θέτει το αρ. 66 του ΚΦΔ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο ΦΠΑ. Συνεπώς το συνολικό οφειλόμενο ποσό- μετά την αφαίρεση των ως άνω οφειλών- υπολειπόταν του ορίου του αξιοποίνου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των χρεών στο δημόσιο, και έτσι κατέστη ανέγκλητη η πράξη.

Πλαστογραφία με χρήση- Αθώωση του κατηγορουμένου -Κρίθηκε ότι το επίδικο πλαστό έγγραφο δε θα μπορούσε να παράξει έννομη συνέπεια

Αθώος κρίθηκε βάσει της υπ’αριθμόν 6111/2020 απόφασης του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης εντολέας μας που αντιμετώπιζε την κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση (216 παρ.1ΠΚ).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η κατηγορία αφορούσε μία υπεύθυνη δήλωση, επί της οποίας είχε τεθεί πλαστή σφραγίδα του ΚΕΠ, καθώς και πλαστή υπογραφή του υπαλλήλου του ΚΕΠ, που βεβαίωνε αρμοδίως το γνήσιο της υπογραφής του δηλούντος. Η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση είχε προσκομισθεί από ασθενή ως δικαιολογητικό έγγραφο για την αγορά ιατρικών ειδών από την εταιρία του εντολέα μας και στη συνέχεια είχε γίνει χρήση της σε δημόσιο ασφαλιστικό φορέα, για κάλυψη μέρους της δαπάνης. Από την αποδεικτική διαδικασία και κυρίως από την επισκόπηση του εγγράφου, διαπιστώθηκε ότι μολονότι είχε τεθεί σφραγίδα και υπογραφή του υπαλλήλου του ΚΕΠ για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, παρόλα αυτά δεν υπήρχε στο εν λόγω έγγραφο η υπογραφή του δηλούντα. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας το 216 ΠΚ, από την ερμηνεία του οποίου προκύπτει πως «σκοπός του υπαιτίου είναι να παραπλανήσει με τη χρήση του  πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός  που είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες», έκρινε πως στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετούνταν το έγκλημα της πλαστογραφίας καθότι εφόσον δεν είχε τεθεί η υπογραφή του δηλούντος, το ως άνω έγγραφοδεν ήταν πρόσφορο να παραπλανήσει για την εμπεριεχόμενη σε αυτό υπεύθυνη δήλωση, ούτε θα ήταν δυνατό να έχει έννομες συνέπειες για οποιοδήποτε άλλο πραγματικό περιστατικό, με αποτέλεσμα την αθώωση του εντολέα μας.

Αθώωση του εντολέα μας για ηθική αυτουργία σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ’εξακολούθηση

Αθώος κρίθηκε βάσει της υπ’ αριθμόν 12233/2020 απόφασης του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης εντολέας μας, που αντιμετώπιζε την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στην πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ’ εξακολούθηση.

Η υπόθεση αφορoύσε την έκδοση τεσσάρων ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, με κατηγορούμενους τους ιατρούς, ως φυσικούς αυτουργούς του αδικήματος και τον εντολέα μας, διαχειριστή εταιρίας ιατρικών ειδών, ως ηθικό αυτουργό του αδικήματος. Το ψευδές των ιατρικών πιστοποιήσεων έγκειτο στο ότι οι ασθενείς δεν έπασχαν από τις αναφερόμενες στις βεβαιώσεις των ιατρών παθήσεις και δεν έχρηζαν χορήγησης ιατρικών μηχανημάτων για την αντιμετώπισή τους. Το ως άνω Δικαστήριο, ως προς τις τρεις περιπτώσεις, έκρινε ότιπράγματι οι ασθενείς έπασχαν από τις εν λόγω παθήσεις, όπως ακριβώς αναγραφόταν στις ιατρικές βεβαιώσεις και άρα αυτές δεν ήταν ψευδείς, με συνέπεια να κριθούν αθώοι τόσο οι εκδότες ιατροί όσο και ο εντολέας μας. Ως προς την τέταρτη περίπτωση της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, κρίθηκε ότι ναι μεν αυτή ήταν ψευδής, καθώς ο ασθενής δεν αντιμετώπιζε τη συγκεκριμένη πάθηση, με συνέπεια να κηρυχθεί ένοχος ο ένας εκ των κατηγορούμενων ιατρών, ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι  ο εντολέας μας είχε γνώση του ψευδούς περιεχομένου της εν λόγω πιστοποίησης, πολλώ δε μάλλον ότι είχε προκαλέσει την απόφαση στον ιατρό να προχωρήσει στη σύνταξη αυτής, με αποτέλεσμα την αθώωσή του και για αυτήν την πράξη.

Δεκτή η προσφυγή κατά Διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων – Άρση δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών των εντολέων μας

Δεκτές έγιναν δυνάμει του υπ’ αριθμ. 1907/2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης,οι προσφυγές που ασκήσαμε κατά της διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, οι οποίες διέτασσαν την απαγόρευση κίνησης τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσαν οι εντολείς μας.

Με την προσβαλλόμενη διάταξη είχε κριθεί πως οι εντολείς μας είχαν συμμετοχή σε υπόθεση νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και για το λόγο αυτόν είχε διαταχθεί η δέσμευση των τραπεζικών τους λογαριασμών.

Σε βάρος της εν λόγω διάταξης,  ασκήσαμε προσφυγές ενώπιον της αρμόδιας Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών,  οι οποίες έγιναν δεκτές με το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών . Πιο συγκεκριμένα, από τα πραγματικά περιστατικά και το αποδεικτικό υλικό που προσκομίσαμε, προέκυψε με σαφήνεια πως αμφότεροι οι εντολείς μας και δικαιούχοι των επίμαχων δεσμευθέντων τραπεζικών λογαριασμών υπήρξαν θύματα εξαπάτησης από άγνωστο δράστη, ο οποίος τους έπεισε να του παρέχουν πρόσβαση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, με απώτερο σκοπό να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτούς και να τους χρησιμοποιήσει για τη νομιμοποίηση των εσόδων του από την εγκληματική δραστηριότητά του, και πιο συγκεκριμένα από τις απάτες που είχε διαπράξει σε βάρος άγνωστων τρίτων προσώπων σε προγενέστερο χρόνο.Κρίσιμο στοιχείο για την απόδειξη των ισχυρισμών των εντολέων μας ότι δεν είχαν συμμετοχή στα ως άνω αδικήματα, αποτέλεσε το γεγονός ότι το επίδικο χρηματικό ποσόπου είχε κατατεθεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους δεν αναλώθηκε καθ’οιονδήποτε τρόπο, μέχρι τη δέσμευσή του από την ως άνω αρμόδια Αρχή, αντιθέτως διατηρήθηκε ακέραιο σε αυτούς, καθώς και το ότι αμφότεροι οι εντολείς μας δήλωσαν ρητώς την επιθυμία τους να επιστρέψουν αυτό στον πραγματικό δικαιούχο.

Ν. 4738/2022 – Παροχή δεύτερης ευκαιρίας- απαλλαγή οφειλών

Ο  πολλαπλασιασμός των μη εμπόρων – επιχειρηματιών κατά την  παρατεταμένη περίοδο οικονομικής δυσχέρειας στη χώρα μας, σε συνδυασμό με την περιορισμένη εμβέλεια του Νόμου Κατσέλη, του οποίου μέλημα ήταν η προστασία της πρώτης κατοικίας των οφειλετών, οδήγησε στην υποχρέωση  θεσμοθέτησης μιας νέας ρύθμισης, η οποία θα καταλάμβανε κάθε είδους πτωχεύσαντος οφειλέτη. Σκοπός της ρύθμισης του Ν. 4738/2020 είναι η παροχή μιας «δεύτερης ευκαιρίας» και η δυνατότητα επανέναρξης της επαγγελματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, με παράλληλη ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών. Η καινοτομία του νόμου έγκειται στον χαρακτήρα των οφειλών προς τους οποίους απευθύνεται, καθώς παραλείπεται πλέον ο διαχωρισμός φυσικών προσώπων  σε εμπόρους και μη. Μάλιστα, καθίσταται σαφές πως διαθέτουν πτωχευτική ικανότητα, όχι μόνο τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν  οικονομικό σκοπό, αλλά και τα πρόσωπα που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, δίχως οικονομικό σκοπό.

Σύμφωνα με τη ρύθμιση, απαιτείται διάθεση της περιουσίας του οφειλέτη προς τους πιστωτές, στην οποία προστίθεται μέρος του μεταπτωχευτικού τους εισοδήματος  , έως την απαλλαγή του, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως, εντός του χρονικού διαστήματος ενός έως τριών ετών από την κήρυξη της πτώχευσης. Η απαλλαγή επέρχεται σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά την πτώχευση, δίχως να προϋποθέτει την κήρυξη του οφειλέτη ως συγγνωστού- έννοια απαραίτητη κατά τις προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις. Η έννοια του εύλογου χρόνου προσδιορίζεται ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση οφειλέτη και τελεί σε  άμεση εξάρτηση με το ύψος της περιουσίας του, βάσει της οποίας πρόκειται να προσδιοριστεί τόσο ο χρόνος απαλλαγής , όσο και η υποχρέωσή του να εισφέρει μέρος του μεταπτωχευτικού του εισοδήματος στην πτωχευτική περιουσία.

Συγκεκριμένα:

  • Εάν η περιουσία του οφειλέτη αποτελείται από την κύρια κατοικία ή/και άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία αξίας τουλάχιστον 100. 000€, τα οποία καλύπτουν ποσοστό ανώτερο του 10% εξ των οφειλετών του, τότες η απαλλαγή λαμβάνει χώρα μετά την πάροδο ενός έτους από την κήρυξη της πτώχευσης. Σε αυτήν την περίπτωση ο Οφειλέτης δεν υποχρεούται να εισφέρει στην πτωχευτική περιουσία μέρος του εισοδήματός του, παρά μόνον κατά το μέρος που τα εισοδήματά του υπερβαίνουν το πενταπλάσιο των εύλογων δαπανών διαβίωσης, που ορίζεται στο αρ. 73 Ν. 4389/2016.
  • Εάν η περιουσία δεν πληροί τα ως άνω κριτήρια, ο οφειλέτης απαλλάσσεται κατόπιν τριών ετών από την πτώχευση, εισφέροντας στην πτωχευτική περιουσία το μέρος του εισοδήματός του, το οποίο- εφόσον του αφαιρεθούν οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές- υπερβαίνει το όριο είτε του ακατάσχετου εισοδήματος, είτε των εύλογων δαπανών διαβίωσης (επιλέγεται το μεγαλύτερο).

Εν τέλει, η απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται αυτοδικαίως, είναι πλήρης και αφορά όλες τις οφειλές του προς κάθε πιστωτή του, κατά την κήρυξη της πτώχευσης, είτε αναγγέλθηκαν, είτε όχι. Ειδικότερη είναι η ρύθμιση των χρεών προς το Δημόσιο, τα ποία κρίνονται βάσει του χρόνου βεβαίωσής τους. Βέβαια, από την απαλλαγή εξαιρούνται οι οφειλέτες, οι οποίοι έχουν τελέσει από δόλο ή βαριά αμέλειά τους θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπου, έχουν οφειλές διατροφής ή των αδικημάτων του Ν. 4557/18 (νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες).

Περαιτέρω, με τον ν. 4738/20 κατοχυρώνεται το εξαιρετικό δικαίωμα των πιστωτών – και όποιου άλλου έχει έννομο συμφέρον- να ακολουθήσει τη δικαστική οδό, μέσω της άσκησης προσφυγής, ενέργεια η οποία αποτελεί τροχοπέδη στην απαλλαγή του οφειλέτη, καθότι σε τούτη την περίπτωση ακολουθείται η δικαστική οδός, προσδίδοντας, έτσι, στο δικαστήριο την ευχέρεια να αποφασίσει βάσει των κριτηρίων της έννοιας του συγγνωστού. Συγκεκριμένα, επί του αρ. 193 παρ. 1, αναφέρονται οι προϋποθέσεις παραδεκτού της άσκησης της προσφυγής, οι οποίες συνοψίζονται στις εξής:

  1. Επίκληση αδυναμίας εκπλήρωσης του προσφεύγοντος, λόγων δολίων ενεργειών του οφειλέτη , οι οποίες διαπιστώνονται μέσω της απόφασης κήρυξης της πτώχευσης.
  2. Ένδειξη κακής πίστης του οφειλέτη, είτε κατά την κήρυξη της πτώχευσης, είτε κατά τη διάρκειά της.
  3. Μη συνεργασία του οφειλέτη με τα όργανα της πτώχευσης.
  4. Δόλια απόκρυψη εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
  5. Εκκρεμής ποινική δίωξη κατά του οφειλέτη

Το Πτωχευτικό Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την απαλλαγή του οφειλέτη, σταθμίζοντας την εκάστοτε περίπτωση, χορηγώντας μια εύλογη προθεσμία προκειμένου να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις  απαλλαγής. Σημειούται πως τα παρόντα κριτήρια απαλλαγής δεν αποτελούν κώλυμα στην έγκριση της απαλλαγής, καθώς η κρίση επ’ αυτών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Κρίσιμη είναι επίσης η θεσμοθέτηση της απαλλαγής εκπροσώπων νομικών προσώπων από οφειλές για τις οποίες ευθύνονται εκ του νόμου αλληλέγγυα και οι οποίες προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου και των αμέσως προηγούμενων 36 μηνών , ήτοι οφειλές προς το Δημόσιο και τους Ασφαλιστικούς Φορείς, δίχως να συγκαταλέγονται επ’ αυτών οι οφειλές λόγω παροχής προσωπικής εγγύησης ή αδικοπραξίας. Σε αυτή την περίπτωση η απαλλαγή επέρχεται αυτοδικαίως, είτε με την πάροδο 36 μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, είτε 24 μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης (όποιο προηγηθεί χρονικά), με δυνατότητα άσκησης προσφυγής κατά της απαλλαγής, ομοίως με την περίπτωση των φυσικών προσώπων.

Οι προϋποθέσεις χορήγησης της απαλλαγής ν.π. είναι όμοιες, αν και αυστηρότερες, με τις απαιτούμενες για τα φυσικά πρόσωπα, με μόνη διαφορά την ύπαρξη νομικού κωλύματος πλήρους απαλλαγής  σε περίπτωση καταδίκης του εκπροσώπου ν.π. σε έγκλημα της χρεοκοπίας , κακουργηματικής κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας, κατά τις οποίες δύναται να αποφασίσει μερική απαλλαγή, εξαιρώντας τις οφειλές οι οποίες συνδέονται άμεσα με το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διαπιστώνεται η έλλειψη δόλου ή βαριάς αμέλειας. Ιδιαίτερα στην περίπτωση εκκρεμούς δίωξης, το δικαστήριο δύναται να αναβάλλει τη χορήγηση αναβολής, έως την αμετάκλητη περάτωση της διαδικασίας. Τέλος η χορήγηση της απαλλαγής δεν λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας.

 

Παραγραφή Φορολογικών Οφειλών: Νομολογιακές Εξελίξεις κατόπιν των ΣτΕ 616-618/2021

Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του Ν.4174/2013 «Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε
έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών
από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Στις περιπτώσεις που
για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η έκδοση της πράξης του
προηγούμενου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου
λήγει η προθεσμία υποβολής της τελευταίας δήλωσης.»

Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η πενταετής προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από τη
λήξη του έτους εντός του οποίου συνέτρεξαν οι οριζόμενες στο νόμο προϋποθέσεις για την έκδοση
της σχετικής πράξης προσδιορισμού του φόρου. Διακοπή δε της προθεσμίας αυτής επέρχεται από
και διά της έκδοσης της σχετικής καταλογιστικής πράξης φόρου και μάλιστα σε αντίθεση με το
προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 84 Ν. 2238/1994 κατά το οποίο για τη διακοπή της
παραγραφής δεν αρκούσε μόνο η έκδοση της καταλογιστικής πράξης, αλλά απαιτείτο επιπλέον να
λάβει χώρα εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής και η κοινοποίηση αυτής.

Η ως άνω διατάξη προκάλεσε πλήθος αντιρρήσεων τόσο από την πλευρά της θεωρίας όσο και από
την πλευρά της νομολογίας αφού, ως συνεπέστερη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την
αποφυγή έκθεσης σε κίνδυνο τόσο των φορολογουμένων όσο και του ίδιου του Ελληνικού Δημοσίου
ως προς την εισπραξιμότητα των εσόδων, θα ήταν ορθό να τυγχάνει εφαρμογής η προγενέστερη
ρύθμιση, η οποία επέβαλε το βάρος στην φορολογική διοίκηση ως προς την υποχρέωση και της κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής[1]. Και τούτο διότι μόνο από και δια της κοινοποίησης της διοικητικής πράξης καθίσταται αυτή αντιτάξιμη
απέναντι στο διοικούμενο[2].  Από εκείνο το χρονικό σημείο ο φορολογούμενος θα επιδιώξει να
συλλέξει το αποδεικτικό υλικό προς αμφισβήτηση της εκδοθείσας πράξης. Επομένως, η τυχόν
καθυστερημένη κοινοποίηση αυτής μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου από τη συμπλήρωση της
πενταετούς παραγραφής θα γεννούσε για τον φορολογούμενο τα ίδια προβλήματα με την
εκπρόθεσμη, μετά τη συμπλήρωση παραγραφής, έκδοση της καταλογιστικής πράξης, ενώ θα
δημιουργούσε, επιπλέον, ανασφάλεια δικαίου, καθώς ο φορολογούμενος δεν θα εδύνατο να γνωρίζει
εάν έχει συμπληρωθεί η παραγραφή των σχετικών διαχειριστικών ενεργειών του για το εκάστοτε
φορολογικό έτος και αντίστοιχα να προασπίσει τα συμφέροντα του [3].

Με τις ΟλΣτΕ 616-618/2021 αποφάσεις, επιλύθηκε οριστικά η ως άνω αστοχία της διατάξης του
άρθρου 36 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, όπως αυτή εφαρμοζόταν ιδίως ενόψει και της διάταξης του
άρθρου 72 παρ. 11 εδ. γ’ του Ν. 4174/2013 κατά την οποία «Διατάξεις περί παραγραφής του
δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών,
εισφορών, προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας,
εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές
υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. […] Όπου σε κείμενες διατάξεις ουσιαστικού φορολογικού δικαίου,
που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, προβλέπεται προθεσμία
παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου, πράξεις προσδιορισμού
φόρου, τελών, εισφορών, πράξεις επιβολής προστίμων και κάθε άλλη συναφή πράξη, η παραγραφή
διακόπτεται με την έκδοση τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς
δικαστικές υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν συζητηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε πρώτο
βαθμό.».

Οι εν λόγω αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ, αποφαινόμενες σε αναιρετικό επίπεδο σχετικά με τα
εξής αντικείμενα: φορολογία εισοδήματος (ΟλΣτΕ 616/2021), Φ.Π.Α. (ΟλΣτΕ 617/2021) και
επιβολή προστίμου του άρθρου 6 του Ν. 2523/1997, όσον αφορά πρόστιμα Φ.Π.Α. για πλαστά,
νοθευμένα ή εικονικά φορολογικά στοιχεία (ΟλΣτΕ 618/2021) και ενόψει ελέγχου της φορολογικής
Διοίκησης για το οικονομικό έτος 2005 (διαχειριστική χρήση 01.01.2004 έως και 31.12.2004), διασαφήνισαν πλήρως την διάταξη του άρθρου 72 παρ. 11 εδ. γ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), η οποία προστέθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Δ.2 περ. 18β του ν.
4254/2014. Σύμφωνα με την 9 η σκέψη των αποφάσεων, η διάταξη καταλαμβάνει κατ’ αρχήν
υποθέσεις, όπως οι υπό κρίση, στις οποίες η αξίωση του Δημοσίου να βεβαιώσει και επιβάλει φόρο
ή/και κυρώσεις για την παράβαση των σχετικών διατάξεων για χρήσεις, περιόδους, φορολογικές
υποθέσεις ή υποχρεώσεις πριν από την έναρξη ισχύος του Κ.Φ.Δ. (και άρα μέχρι τις 31-12-2013) δεν
είχε, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κ.Φ.Δ. διατάξεις, παραγραφεί όταν άρχισε
να ισχύει η επίμαχη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 11 εδ. γ ́ του Κ.Φ.Δ. και στις οποίες δεν είχε κατά
τον αυτό χρόνο εκδοθεί η οικεία καταλογιστική πράξη. Εντούτοις, το δικαστήριο κρίνει
αντισυνταγματική την διάταξη ως αντικείμενη στις αρχές της φανερής δράσης της Διοίκησης και της
ασφάλειας του δικαίου και, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι
προϊσχύουσες του άρθρου 36 του ΚΦΔ διατάξεις περί παραγραφής, οι οποίες παγίως προέβλεπαν ως
προϋπόθεση διακοπής της προθεσμίας παραγραφής της φορολογικής αξίωσης του Δημοσίου την
εντός της οικείας προθεσμίας κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης.

 

Σταυρούλα Τσόπα,

Δικηγόρος – Συνεργάτης Διοικητικού Δικαίου

 

[1] ΕΥ. ΜΠΑΚΑΛΗΣ σε Ι.ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ/Μ. ΒΡΑΧΑΤΗ/Β. ΒΥΖΑΣ…, «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας -Συστηματική κατ’ άρθρο ερμηνεία Ν. 4174/2013», 2018, Εκδ. Σάκκουλας, σελ. 915-916 και Κ. Δ. ΦΙΝΟΚΑΛΙΩΤΗΣ, «Φορολογικό Δίκαιο: Ουσιαστικό Μέρος, Φορολογική Διαδικασία, Φορολογική Δικονομία», Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, έκδ. 6η, 2020 , σελ 635
[2] Ε. ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΟΥ «Κοινοποίηση ατομικής διοικητικής πράξης» (άρθρο 19 ΚΔΔιαδ. Γενικό διοικητικό δίκαιο, 2-12-2015), https://www.prevedourou.gr/
[3] ΣτΕ 1364/2017 και την εκεί επικαλούμενη αρχή της φανεράς δράσεως της Διοίκησης και Β. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ Πρωτοδίκης Δ.Δ.-Δ.Ν. «Η κοινοποίηση των πράξεων της φορολογικής Διοίκησης σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.», (https://www.ddikastes.gr/ ανάρτηση από 06.03.2021)

 

 

 

3ετής η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου για τις αποφάσεις που δημοσιεύτηκαν προ της 01.01.2016 και δεν επιδόθηκαν

Απόφαση 10 / 2018 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 10/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδαπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Δήμητρα Κοκοτίνη – εισηγήτρια, Διονυσία Μπιτζούνη, Γεώργιο Χοϊμέ, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Τζανακάκη, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρετή Παπαδιά, Μαρία Γεωργίου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, Κυριάκο Οικονόμου, Βασιλική Μπαζάκη – Δρακούλη, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Χρήστο Τζανερρίκο και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων – καλούντων: 1)Γ. Κ. του Η., κατοίκου …, 2)Β. Κ. του Γ., κατοίκου …, 3)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου … και 4)Β. Κ. του Γ., κατοίκου …. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάντζιο και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Δούσκα, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατάθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, της Κ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Χ. Κ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και της Ε. χήρας Η. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1995 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/1997 του Εφετείου Κέρκυρας, που ανέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 228/1999 εν μέρει οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, 13/2004 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας, 148/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 45/2013 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Μαΐου 2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1855/2017 απόφαση του Α2’ Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα και ειδικότερα αν για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί, και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

Με την από 8 Δεκεμβρίου 2017 κλήση των αναιρεσειόντων η υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν με τη σειρά τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ο οποίος αναφέρθηκε και στις προτάσεις του, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, να εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Κατά την 14η Iουνίου 2018, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου Χρυσούλα Παρακευά και Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου και οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Καλαματιανός, Διονυσία Μπιτζούνη, Ιωάννης Μπαλιτσάρης, Αγγελική Τζαβάρα, Παρασκευή Καλαϊτζή, Μαρία Γεωργίου και Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 8-12-2017 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 1855/2017 ομόφωνη απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 1756/1988, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, το αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔ, ζήτημα αν για αποφάσεις που δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ . Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: ‘ ‘ Με τις παραγράφους 1 – 4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης’ ‘ . Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1-1-2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά -το κυριότερο- και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1-1-2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου. Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αλλά και της έφεσης δεδομένης της ταυτότητας του λόγου) θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες. Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης, Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754ΠολΔ/1835). Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη ‘ ‘ συνήθη’ ‘ παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ’ αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων. Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου. Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017). Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν.3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του Εισ.ΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση’ ‘ . Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1-2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016. Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν. 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23-7-2015, προς ενημέρωσή τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου. Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής. Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν. Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα. Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες. Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: Αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31-12-2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1-1-2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της. Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος. Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ Ολ ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του’ ‘ .

Συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, η ένδικη, από 25-5-2016, αίτηση αναίρεσης κατά της 45/31-5-2013 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 27-5-2013, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Κατά τη γνώμη, όμως, των από τα μέλη του Δικαστηρίου Βασιλείου Πέππα, Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ειρήνης Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη, Γεωργίου Λέκκα, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Φιοράκη, Χρήστου Τζανερίκου και Λουκά Μόρφη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου, προκύπτει με σαφήνεια ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατ’ αποφάσεως που έχει δημοσιευθεί πριν από την πιο πάνω ημερομηνία χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της, καθόσον η διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 είναι ειδική και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν από την επελθούσα με το ν. 4335/2015 νομοθετική μεταβολή, ενόψει της ευρείας δημοσιότητας που δόθηκε στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον πιο πάνω νόμο, καθώς και του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-7-2015) μέχρι την έναρξη της ισχύος του (1-1-2016). Επομένως, κατά την άποψη αυτή, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη. Κατά την εν μέρει αποκλίνουσα, όμως, άποψη τριών μελών αυτού και ειδικότερα των Πηνελόπης Ζωντανού, Μαρίας Χυτήρογλου, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και Νικολάου Πιπιλίγκα Αρεοπαγίτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία είναι ειδικότερη εκείνης της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, αφού με αυτήν ρυθμίζονται ειδικά οι καταχρηστικές προθεσμίες των ενδίκων μέσων και η οποία εφαρμόζεται και στην κρινόμενη περίπτωση, ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.3 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στο Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτών μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης. Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016 – 1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 27.5.2016 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμό 45/31.5.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31.5.2013 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση στις 27.5.2016 με αριθμό 13/27.5.2016, χωρίς κατά το χρόνο άσκησής της να έχει παρέλθει η 1.1.2018 με την πάροδο διετίας αρχομένης από την 1.1.2016, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν. 4335/2015. Επομένως, η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ: http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis.asp

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατασχετήριων εγγράφων εις χείρας τρίτου-Δεκτή η αίτηση αναστολής-Η συνδρομή του στοιχείου της ανεπανόρθωτης βλάβης

Υπ’ αριθμόν 24/2018 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης: Η υπόθεση αφορά την αίτηση αναστολής (αρ. 228 επ. ΚΔΔ) εκτέλεσης μίας σειράς κατασχετηρίων εγγράφων που επιβλήθηκαν από την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης εις χείρας πέντε τραπεζών για ποσά που οι ως άνω τράπεζες οφείλουν ή θα οφείλουν στην αιτούσα την αναστολή ανώνυμη εταιρεία, για χρέος που προέρχεται από ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής της ως άνω εταιρείας κρίνοντας,  ότι η εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι τελεί σε στάδιο διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές της και έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ. του ΠτΚ , στα πλαίσια της οποίας της έχει χορηγηθεί προσωρινή διαταγή από την Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε η αναστολή λήψης μέτρων, εκκρεμών ή μη ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για το χρονικό διάστημα έως την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης και σε κάθε περίπτωση κατά ανώτατο όριο έως τέσσερις μήνες από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής και περαιτέρω, οι κατασχεθέντες  τραπεζικοί λογαριασμοί είναι άμεσα συνυφασμένοι με τη λειτουργία της αιτούσας, καθώς μέσω αυτών εξυπηρετούνται οι πάγιες και τρέχουσες υποχρεώσεις της και ιδίως η καταβολή της μισθοδοσίας, της μηνιαίας δόσης των ρυθμισμένων οφειλών της προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία κ.α. Η αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων κατασχετηρίων εγγράφων χορηγήθηκε υπό την έννοια ότι τα ποσά που ήδη κατασχέθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο θα παραμείνουν κατασχεμένα εις χείρας των τραπεζών, αλλά τα ποσά που θα κατατίθενται από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής και έπειτα στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από την αιτούσα.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Η ομάδα μαςΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣΥΝΔΕΣΜΟΙ EN