Απάτη περί της πρόσληψης στο δημόσιο

Τα τελευταία έτη έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως τα δικαστήρια ουσίας της χώρας το ζήτημα των διορισμών στο Δημόσιο με πλαστά πτυχία. Οι
υποθέσεις αυτές, μολονότι παρόμοιες από πλευράς πραγματικών περιστατικών, έτυχαν διαφορετικής αντιμετώπισης από τα ελληνικά δικαστήρια,
κυρίως όσον αφορά δύο κρίσιμα νομικά ζητήματα· το πρώτο εξ’ αυτών ήταν: εάν κάποιος διαπράττει άπαξ απάτη με τη χρήση πλαστού τίτλου
σπουδών και την ψευδή παράσταση ότι διαθέτει το τυπικό προσόν για να τον προσλάβουν και να τον μισθοδοτούν ή εάν διαπράττει κατ’
εξακολούθηση πράξεις απάτης κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του με παρασιώπηση του γεγονότος ότι προσλήφθηκε χωρίς να διαθέτει το
τυπικό προσόν των σπουδών, κατόπιν εξαπάτησης με τη χρήση πλαστού τίτλου σπουδών και το δεύτερο εξ’ αυτών ήταν: αν κάποιος, που κατάφερε
να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δημοσίου και να προσληφθεί στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, έχει τα ουσιαστικά προσόντα και παρέχει
την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, προκαλεί ζημία στην περιουσία του Δημοσίου, ενόψει του ότι παρέχεται εργασία έναντι μισθού, και εάν
από την παροχή εργασίας ισοσταθμίζεται πλήρως η βλάβη που υφίσταται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ.

3ετής η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου για τις αποφάσεις που δημοσιεύτηκαν προ της 01.01.2016 και δεν επιδόθηκαν

Απόφαση 10 / 2018 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 10/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδαπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Δήμητρα Κοκοτίνη – εισηγήτρια, Διονυσία Μπιτζούνη, Γεώργιο Χοϊμέ, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Τζανακάκη, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρετή Παπαδιά, Μαρία Γεωργίου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, Κυριάκο Οικονόμου, Βασιλική Μπαζάκη – Δρακούλη, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Χρήστο Τζανερρίκο και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων – καλούντων: 1)Γ. Κ. του Η., κατοίκου …, 2)Β. Κ. του Γ., κατοίκου …, 3)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου … και 4)Β. Κ. του Γ., κατοίκου …. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάντζιο και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Δούσκα, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατάθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, της Κ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Χ. Κ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και της Ε. χήρας Η. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1995 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/1997 του Εφετείου Κέρκυρας, που ανέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 228/1999 εν μέρει οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, 13/2004 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας, 148/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 45/2013 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Μαΐου 2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1855/2017 απόφαση του Α2’ Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα και ειδικότερα αν για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί, και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

Με την από 8 Δεκεμβρίου 2017 κλήση των αναιρεσειόντων η υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν με τη σειρά τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ο οποίος αναφέρθηκε και στις προτάσεις του, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, να εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Κατά την 14η Iουνίου 2018, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου Χρυσούλα Παρακευά και Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου και οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Καλαματιανός, Διονυσία Μπιτζούνη, Ιωάννης Μπαλιτσάρης, Αγγελική Τζαβάρα, Παρασκευή Καλαϊτζή, Μαρία Γεωργίου και Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 8-12-2017 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 1855/2017 ομόφωνη απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 1756/1988, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, το αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔ, ζήτημα αν για αποφάσεις που δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ . Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: ‘ ‘ Με τις παραγράφους 1 – 4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης’ ‘ . Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1-1-2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά -το κυριότερο- και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1-1-2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου. Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αλλά και της έφεσης δεδομένης της ταυτότητας του λόγου) θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες. Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης, Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754ΠολΔ/1835). Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη ‘ ‘ συνήθη’ ‘ παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ’ αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων. Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου. Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017). Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν.3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του Εισ.ΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση’ ‘ . Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1-2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016. Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν. 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23-7-2015, προς ενημέρωσή τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου. Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής. Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν. Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα. Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες. Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: Αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31-12-2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1-1-2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της. Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος. Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ Ολ ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του’ ‘ .

Συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, η ένδικη, από 25-5-2016, αίτηση αναίρεσης κατά της 45/31-5-2013 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 27-5-2013, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Κατά τη γνώμη, όμως, των από τα μέλη του Δικαστηρίου Βασιλείου Πέππα, Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ειρήνης Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη, Γεωργίου Λέκκα, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Φιοράκη, Χρήστου Τζανερίκου και Λουκά Μόρφη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου, προκύπτει με σαφήνεια ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατ’ αποφάσεως που έχει δημοσιευθεί πριν από την πιο πάνω ημερομηνία χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της, καθόσον η διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 είναι ειδική και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν από την επελθούσα με το ν. 4335/2015 νομοθετική μεταβολή, ενόψει της ευρείας δημοσιότητας που δόθηκε στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον πιο πάνω νόμο, καθώς και του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-7-2015) μέχρι την έναρξη της ισχύος του (1-1-2016). Επομένως, κατά την άποψη αυτή, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη. Κατά την εν μέρει αποκλίνουσα, όμως, άποψη τριών μελών αυτού και ειδικότερα των Πηνελόπης Ζωντανού, Μαρίας Χυτήρογλου, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και Νικολάου Πιπιλίγκα Αρεοπαγίτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία είναι ειδικότερη εκείνης της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, αφού με αυτήν ρυθμίζονται ειδικά οι καταχρηστικές προθεσμίες των ενδίκων μέσων και η οποία εφαρμόζεται και στην κρινόμενη περίπτωση, ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.3 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στο Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτών μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης. Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016 – 1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 27.5.2016 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμό 45/31.5.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31.5.2013 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση στις 27.5.2016 με αριθμό 13/27.5.2016, χωρίς κατά το χρόνο άσκησής της να έχει παρέλθει η 1.1.2018 με την πάροδο διετίας αρχομένης από την 1.1.2016, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν. 4335/2015. Επομένως, η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ: http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis.asp

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατασχετήριων εγγράφων εις χείρας τρίτου-Δεκτή η αίτηση αναστολής-Η συνδρομή του στοιχείου της ανεπανόρθωτης βλάβης

Υπ’ αριθμόν 24/2018 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης: Η υπόθεση αφορά την αίτηση αναστολής (αρ. 228 επ. ΚΔΔ) εκτέλεσης μίας σειράς κατασχετηρίων εγγράφων που επιβλήθηκαν από την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης εις χείρας πέντε τραπεζών για ποσά που οι ως άνω τράπεζες οφείλουν ή θα οφείλουν στην αιτούσα την αναστολή ανώνυμη εταιρεία, για χρέος που προέρχεται από ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής της ως άνω εταιρείας κρίνοντας,  ότι η εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι τελεί σε στάδιο διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές της και έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ. του ΠτΚ , στα πλαίσια της οποίας της έχει χορηγηθεί προσωρινή διαταγή από την Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε η αναστολή λήψης μέτρων, εκκρεμών ή μη ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για το χρονικό διάστημα έως την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης και σε κάθε περίπτωση κατά ανώτατο όριο έως τέσσερις μήνες από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής και περαιτέρω, οι κατασχεθέντες  τραπεζικοί λογαριασμοί είναι άμεσα συνυφασμένοι με τη λειτουργία της αιτούσας, καθώς μέσω αυτών εξυπηρετούνται οι πάγιες και τρέχουσες υποχρεώσεις της και ιδίως η καταβολή της μισθοδοσίας, της μηνιαίας δόσης των ρυθμισμένων οφειλών της προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία κ.α. Η αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων κατασχετηρίων εγγράφων χορηγήθηκε υπό την έννοια ότι τα ποσά που ήδη κατασχέθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο θα παραμείνουν κατασχεμένα εις χείρας των τραπεζών, αλλά τα ποσά που θα κατατίθενται από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής και έπειτα στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από την αιτούσα.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ: Η φύση και η συνταγματικότητα επιβολής τους από τα διοικητικά όργανα

Ι. Η έννοια της διοικητικής κύρωσης και οι συνταγματικές αντινομίες

1. Διοικητική κύρωση: έννοια εμπειρική ή κανονιστική;

Από τη μέχρι σήμερα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (στο εξής ΣτΕ), δεν φαίνεται να έχει διατυπωθεί ένας σαφής ορισμός της έννοιας διοικητική κύρωση, μολονότι το Δικαστήριο από ιδρύσεώς του έχει ασχοληθεί με πληθώρα υποθέσεων, στις οποίες ανακύπτει ζήτημα οριοθέτησης της έννοιας αυτής. Έτσι, οι κυρώσεις ιστορικά διανύουν μεγάλη διαδρομή και εκδηλώνονται μέσα από πρακτικές και κείμενα, χωρίς ωστόσο να αποκτούν ένα σαφές θεωρητικό περιεχόμενο. Σταδιακά και μέσα από τη διαρκή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους αναδύεται ένα σύνολο στοιχείων που τελικά χαρακτηρίζει και διακρίνει τις κυρώσεις από τις λοιπές (δυσμενείς) διοικητικές πράξεις και τα διοικητικά μέτρα.  Είναι όμως η κύρωση έννοια εμπειρική ή κανονιστική[1];

1.1. Μία ιστορική-θεωρητική κατασκευή

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την κύρωση ως ένα κακό που πλήττει ορισμένο πρόσωπο στα έννομά του αγαθά, σαν συνέπεια παράβασης εκ μέρους του ενός κανόνα δικαίου[2]. Πολύ σωστά επισημαίνει ο Δελλής[3], ότι στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο δεν έχει γίνει κοινός τόπος ακόμα, οι διοικητικές κυρώσεις να αποτελούν αυτόνομη και ιδιαίτερη κατηγορία διοικητικών πράξεων, οι οποίες πρέπει να τυγχάνουν ειδικής δικαιικής (τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού όσο και στο πεδίου του δικονομικού δικαίου) μεταχείρισης. Αν εντρυφήσει κανείς στην ιστορική διαδρομή του φαινομένου των διοικητικών κυρώσεων, θα διαπιστώσει, ότι γενέθλιος τόπος του είναι η Γαλλία και αφετηρία της ανάλυσης του όλου φαινομένου πρέπει να θεωρηθεί η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη το 1789 και η ανάδειξη της διάκρισης των εξουσιών σε συνταγματική αρχή. Σύμφωνα με αυτή, η εξουσία επιβολής κυρώσεων ανατίθεται αποκλειστικά στη δικαστική εξουσία[4], για λόγους που αφορούν κυρίως την αποφυγή αυθαιρεσιών από τον φορέα της εξουσίας-το μονάρχη-σε βάρος των πολιτών.

Στην ύλη του ρωμαϊκού δικαίου δεν εντοπίζεται η έννοια της διοικητικής κύρωσης. Πιο συγκεκριμένα, δεν εμφανίζεται ούτε ένας αφηρημένος ή περιγραφικός ορισμός της διοικητικής κύρωσης ως είδος ποινής που επιβάλλεται από την εκάστοτε εξουσία ως έννομη συνέπεια παραβίασης ενός κανόνα δικαίου[5]. Σύμφωνα με την Pauliat η ρητή πρόβλεψη της κύρωσης καθιστούσε τον κανόνα δικαίου απαραβίαστο[6], ωστόσο οι μελέτες εκείνης της περιόδου επικεντρώνονται περισσότερο στο κανονιστικό περιεχόμενο του νόμου και λιγότερο (αν όχι καθόλου) στον κολασμό εκείνου που παραβιάζει τον απαραβίαστο κανόνα[7]. Κατά τα λοιπά, οι βασιλιάδες, οι ηγεμόνες και οι κάθε είδους εκπρόσωποι της μοναρχίας ή ολιγαρχίας ανέκαθεν διέθεταν κυρωτικές εξουσίες, τις οποίες ασκούσαν κατά το δοκούν και χωρίς να προηγείται παραβίαση κανόνα δικαίου[8].

Ιστορικά, οι διοικητικές κυρώσεις εντάσσονται για πρώτη φορά σε ένα οργανωμένο σύστημα κανόνων δικαίου υπό την μορφή απειλής επιβολής ποινής για τους μη συμμορφούμενους σε αυτό[9], στη Γαλλία των αρχών του 19ου αιώνα. Η παλαιότερη περίπτωση νομοθετήματος που προβλέπει ρητά την επιβολή διοικητικής κύρωσης ως έννομη συνέπεια παραβίασης τεθέντος κανόνα δίκαιου ήταν το βασιλικό διάταγμα της 23ης Ιουνίου 1819[10], που ρύθμιζε την άσκηση του επαγγέλματος του αρτοποιού, στο οποίο προβλεπόταν ότι η ενδεχόμενη παραβίαση των υποχρεώσεων που αφορούν το είδος, την ποιότητα και την ποσότητα του αλευριού τιμωρούνταν με προσωρινή ή οριστική σφράγιση του αρτοποιείου[11], ενώ κυρωτικές εξουσίες αναγνωρίζονται λίγο αργότερα στη φορολογική και τελωνειακή αρχή καθώς και στους κατόχους δασικών εκτάσεων για την παραβίαση της δασικής νομοθεσίας επί της ιδιοκτησίας τους και τέλος στον αρχηγό του στρατεύματος για επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων στα μέλη της Λεγεώνας Τιμής με βάση το διάταγμα της 16ης Μαρτίου 1852[12].

Εντούτοις, ο όρος διοικητική κύρωση, αναδεικνύεται σε νομική έννοια μόλις το 1940, όταν κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Βισύ στη Γαλλία (21 Ιουνίου 1940 – 17 Αυγούστου 1944) η Διοίκηση μπορούσε να επιβάλλει κυρώσεις σε κάθε διοικούμενο ακόμα και εάν δεν τελούσε σε ιδιαίτερη έννομη σχέση με το Κράτος (πχ δημόσιος υπάλληλος), εάν παραβίαζε κανόνα δικαίου που προέβλεπε ως έννομη συνέπεια την επιβολή διοικητικής ποινής. Αυτή η διεύρυνση του πεδίου των κυρώσεων από τις υπηρεσιακές και στις μη υπηρεσιακές, έγινε στα πλαίσια ενός ανελεύθερου καθεστώτος[13] προκειμένου να αφαιρεθεί σημαντική ύλη από τον φυσικό δικαστή και να αναγνωριστεί η εξουσία στη Διοίκηση στα πλαίσια μία κατευθυνόμενης οικονομίας να επιβάλλει κυρώσεις, οι οποίες είχαν κυρίως χαρακτήρα οικονομικής καταστολής[14]. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται έχουν χαρακτήρα είτε οικονομικό (πρόστιμο) είτε αποτελούν μορφή επέμβασης στην απόλαυση της οικονομικής ελευθερίας (σφράγιση καταστημάτων, απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος, ανακλήσεις αδειών) και απευθύνονται όχι μόνο σε επαγγελματίες αλλά και σε πολίτες εφόσον εμπλέκονται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε κάποια οικονομική δραστηριότητα και χρησιμοποιούνται κυρίως για να επιβάλλουν οικονομική πειθαρχία[15]. Μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου και την αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου, η εξουσία της Διοίκησης να επιβάλει κυρώσεις, διατηρήθηκε. Σύμφωνα με τον Mourgeon η επιβολή διοικητικών κυρώσεων επιβίωσε του καθεστώτος Βισύ αλλά συνέχισε να αποτελεί εργαλείο οικονομικής καταστολής στα χέρια της Διοίκησης, εφόσον αποτελούσε εγγύηση «οικονομικής πειθαρχίας» που είχε ανάγκη  ο φιλελευθερισμός για να επιβάλει τον νόμο της αγοράς[16].

Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ύστερα από μία μακρά περίοδο πολιτικής σταθεροποίησης, κάμπτεται η υπερβολική αυστηρότητα των διοικητικών κυρώσεων στο πεδίο της οικονομικής και επαγγελματικής νομοθεσίας, και εμφανίζονται στην έννομη τάξη οι διοικητικές κυρώσεις οι οποίες δεν συνδέονται με ιδιαίτερη κατηγορία πολιτών (πχ επαγγελματίες) αλλά αποσκοπούν στον κολασμό όλων ανεξαιρέτως των διοικούμενων για παράβαση ενός κανόνα δικαίου. Έτσι, έχουμε μία τρίτη γενιά διοικητικών κυρώσεων[17] στο πεδίο της φορολογίας, της κοινωνικής ασφάλισης, της οδικής ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, της προστασίας του περιβάλλοντος κ.α.[18] Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα το πεδίο εφαρμογής των διοικητικών κυρώσεων συνεχίζει να διευρύνεται με την εμφάνιση των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών. Ο νομοθέτης αναγνωρίζει κυρωτική εξουσία στις ανωτέρω αρχές έχοντας την πεποίθηση, ότι η αποκέντρωση του ελέγχου και της εξουσίας επιβολής από την Κεντρική Διοίκηση, θα κάμψει τα επιχειρήματα εκείνων που υποστηρίζουν τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα των διοικητικών ποινών[19].

Η συνεισφορά της γαλλικής θεωρίας στην επιστήμη των διοικητικών κυρώσεων είναι πολύτιμη, καθώς οι γάλλοι θεωρητικοί αποπειράθηκαν το πρώτον να προχωρήσουν σε έναν ορισμό της διοικητικής κύρωσης ή διοικητικής ποινής, όπως συνηθίζεται να εμφανίζεται σε παλαιότερα εγχειρίδια. Οι Mireille Delmas-Marty και Catherine Teitgen-Colly υποστηρίζουν, ότι οι διοικητικές ποινές [20] εμφανίστηκαν στη Γαλλία σε τρία στάδια, τα οποία είχαν άμεση σχέση με τον μεταβαλλόμενο ρόλο του Κράτους: στις παλαιές κυρώσεις του Κράτους- Φορέα Εξουσίας, προστίθενται περί τα μέσα του εικοστού αιώνα εκείνες που επιβάλλει το Παρεμβατικό Κράτος, οι οποίες στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ανασυντάσσονται και ανασυστήνονται στους κόλπους του Ρυθμιστικού Κράτους[21], ενώ ο Jaques Mourgeon προχωρά στην κατάστρωση της έννοιας της διοικητικής κύρωσης, ως ένα σύνολο νομικών ενεργειών που κατατείνουν α) σε επιβολή πειθαρχικής κύρωσης β) από διοικητική ή δικαστική αρχή, γ) σε έναν δημόσιο υπάλληλο ή μεμονωμένο μέλος διοικητικού οργάνου, οι οποίοι συμμετέχουν στην υλοποίηση θεσμικής αποστολής και δ) είναι ένοχοι για παραβίαση κανόνα της έννομης τάξης που αφορά συγκεκριμένα το εν λόγω θεσμικό όργανο[22]. Ο Jean-Louis de Corail διευρύνει την έννοια της διοικητικής κύρωσης που έδωσε ο Mourgeon, προσθέτοντας στα χαρακτηριστικά της ότι μπορεί να επιβληθεί και σε ιδιώτες που δεν έχουν ιδιαίτερους νομικούς  δεσμούς με τη Διοίκηση, για παράβαση νομοθεσίας που έχει τεθεί για προάσπιση δημοσίου σκοπού[23].

Η εμφάνιση και ένταξη των διοικητικών κυρώσεων στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο έγινε σε συνάφεια και συνέχεια των πειθαρχικών κυρώσεων που επιβάλλονταν στους δημοσίους υπαλλήλους και στους ασκούντες δημόσια υπηρεσία. Ο Στασινόπουλος, ο οποίος προσέγγισε πρώτος το ζήτημα στην Ελλάδα, αναγνώρισε τις διοικητικές κυρώσεις ως μία ιδιαίτερη κατηγορία διοικητικών πράξεων, οι οποίες διακρίνονται σε υπηρεσιακές ή μη[24]. Ως υπηρεσιακές ποινές χαρακτηρίζει τις πειθαρχικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται σε πρόσωπα που φέρουν την ιδιότητα των δημοσίων οργάνων και απορρέουν από την οργανική σχέση των προσώπων αυτών με το Κράτος. Αντιθέτως, οι μη υπηρεσιακές ποινές διακρίνονται περαιτέρω: α) σε εκείνες που επιβάλλονται στους ιδιαίτερους χρήστες μίας δημόσιας υπηρεσίας ή σε εκείνους που συνδέονται με αυτή με κάποια ιδιαίτερη σχέση από τη Διοίκηση, η οποία έχει αρμοδιότητα να επιβάλει κυρώσεις όχι μόνο στους δημοσίους υπαλλήλους αλλά και σε όλους τους διοικούμενους που κάνουν χρήση δημοσίων ιδρυμάτων ή δημόσιας υπηρεσίας  για παράβαση της ειδικής νομοθεσίας τους. Η αρμοδιότητα της Διοίκησης πηγάζει από την εξουσία της να μεριμνά για την τήρηση της δημόσιας τάξης κατά την διοίκηση ιδρύματος ή δημόσιας υπηρεσίας, η οποία στη γερμανική θεωρία περιγράφεται με τον όρο Anstaltsgewalt[25] και β) σε εκείνες που επιβάλλονται κατά των ιδιωτών γενικώς, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη σχέση με μία δημόσια υπηρεσία. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν οι περισσότερες διοικητικές κυρώσεις, όπως είναι οι φορολογικές, οι τελωνειακές, εκείνες που προβλέπονται σε νομοθετήματα που ρυθμίζουν την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, την προστασία του περιβάλλοντος (φυσικού, οικιστικού, πολιτιστικού)[26] κ.α.

1.2. Η ερμηνευτική και νομολογιακή διάπλαση της έννοιας

1.2.1. Τα δομικά στοιχεία της διοικητικής κύρωσης

Τα δομικά στοιχεία της έννοιας της διοικητικής κύρωσης δίνει το ΣτΕ σε μία από τις πρώτες αποφάσεις του, την ΣτΕ Ολ 626/1931[27], σύμφωνα με την οποία «…..επειδή ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος, ότι η αφαίρεση της αδείας οδηγού και της αδείας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου αποτελώσει στέρησιν της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος, ήτις μόνο κατόπιν πλήρους αποζημιώσεως ήτο επιτετραμμένη είναι αβάσιμος, καθ’ όσον η διαταχθείσα αφαίρεση της αδείας οδηγού και κυκλοφορίας του αυτοκινήτου αποτελούσι την κύρωσιν της υπ’ αυτού διαπραχθείσας παραβάσεως των κειμένων διατάξεων περί κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ως ποινή ρητώς προβλεπόμενη υπό του νόμου». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, θα λέγαμε πως μία δυσμενής διοικητική πράξη, φέρει το χαρακτήρα κύρωσης μόνο α) εάν έχει προηγηθεί παράβαση κανόνα δικαίου[28], β) προσβάλλει έννομα αγαθά του τιμωρούμενου[29], γ) επιβάλλεται με εκτελεστή διοικητική πράξη και δ) φέρει προληπτικό και κατασταλτικό χαρακτήρα.

Παράβαση κανόνα δικαίου έχουμε όταν ο παραβάτης επιδεικνύει συμπεριφορά αντίθετη με αυτή που επιβάλλει το δίκαιο, ή συμπεριφορά όμοια προς αυτή που απαγορεύει ή –τέλος- συμπεριφορά διάφορη από εκείνη που το δίκαιο επιτρέπει[30]. Στη θεωρία υποστηρίζεται-σχεδόν ομόφωνα- ότι για να υπάρχει παράβαση δεν πρέπει υποχρεωτικά η συμπεριφορά να οφείλεται σε υπαιτιότητα του δράστη, αρκεί η συμπεριφορά που αυτός επέδειξε να απάδει προς υφιστάμενο κανόνα δικαίου. Η προσέγγιση αυτή δεν φαίνεται απόλυτα ορθή. Η αλήθεια είναι, πως στο πεδίο των διοικητικών κυρώσεων η αρχή της πταισματικής ευθύνης δεν αποτυπώνεται ρητά σε διάταξη της ΕΣΔΑ ή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ούτε έχει αναγνωρισθεί από το ΔΕΕ ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης[31]. Εντούτοις η νομολογία αλλοδαπών δικαστηρίων και του ΔΕΕ δέχονται, ότι αυτή πηγάζει από την αρχή του Κράτους Δικαίου[32] και το τεκμήριο αθωότητας[33], όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 48 παρ. 1 του Χάρτη.

Στην ελληνική έννομη τάξη οι περισσότερες κατηγορίες κυρώσεων δεν προβλέπουν ρητά πταίσμα του παραβάτη ως προϋπόθεση επιβολής κύρωσης, εντούτοις τα τελευταία χρόνια αρκετές οι φωνές τόσο από κύκλους δικαστών[34] που έχουν επαφή με αλλοδαπές έννομες τάξεις αλλά και την ευρύτατη νομολογία του ΔΕΕ όσο και από θεωρητικούς, οι οποίοι υποστηρίζουν, ότι όπου ο νόμος που περιγράφει την κύρωση σιωπά ως προς την συνδρομή πταίσματος δεν σημαίνει, ότι στοιχειοθετείται άνευ ετέρου αντικειμενική ευθύνη του παραβάτη. Το ΣτΕ, μάλλον συγκρατημένα, έδωσε ένα πρώτο στίγμα με κάποιες αποφάσεις της προηγούμενης δεκαετίας κρίνοντας, ότι η συνδρομή στο πρόσωπο του παραβάτη του στοιχείου της υπαιτιότητας ως προϋπόθεση για την επιβολή της κύρωσης αποτελεί γενική αρχή του δικαίου[35], νομολογία που δεν είδαμε να επαναλαμβάνεται ή τουλάχιστον να εξελίσσεται στη βάση αυτών των αποφάσεων. Θα λέγαμε μάλιστα, ότι το Δικαστήριο τις περισσότερες φορές δέχτηκε, ότι δεν αποκλείεται να προβλέπονται από τον νομοθέτη διοικητικές κυρώσεις, χωρίς αυτές να διαφοροποιούνται με βάση κριτήρια υποκειμενικά[36]. Διαφορετική η προσέγγιση που ακολουθούν το ΕΔΔΑ και το ΔΕΕ στις αποφάσεις τους. Η νομολογία των δύο ευρωπαϊκών δικαστηρίων συγκλίνει ως προς αυτό: Είναι νόμιμη η επιβολή κυρώσεων χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του παραβάτη, εφόσον δεν παραβιάζονται η αρχή της αναλογικότητας[37] και τα δικαιώματα υπεράσπισης[38]. Κατά συνέπεια, η συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας είναι απαραίτητη προκειμένου επιβληθεί κύρωση σε περίπτωση παράβασης κανόνα δικαίου, εντούτοις εάν ο νομοθέτης προβλέπει την επιβολή κυρώσεων βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων, ασυνδέτως προς την υποκειμενική συμπεριφορά του δράστη, η νομιμότητά τους θα πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας και των δικαιωμάτων άμυνας.

Τέλος, δεν αποτελούν κύρωση οι δυσμενείς διοικητικές πράξεις, οι οποίες αν και εκδόθηκαν ύστερα από ορισμένη παράνομη συμπεριφορά του παραβάτη, δεν προβλέπονται ως έννομη συνέπεια της ως άνω συμπεριφοράς. Η πρόβλεψη αυτή έχει συνήθως τη μορφή καθορισμού του κακού που θα επέλθει στον παραβάτη ως αντίδραση σε ορισμένη συμπεριφορά του και βρίσκει έρεισμα στην αρχή της νομιμότητας των ποινών (nulla poena sine lege), η οποία εφαρμόζεται και στο πεδίο των διοικητικών κυρώσεων[39].

Ως προς το δεύτερο δομικό στοιχείο της έννοιας της διοικητικής κύρωσης, ήτοι το κακό  που επιβάλλει η κύρωση και συνίσταται στην πρόκληση βλάβης στα έννομα αγαθά του παραβάτη, θα θέλαμε να σημειώσουμε τα ακόλουθα. Είναι μάλλον άστοχη η προσέγγιση, ότι τα έννομα αγαθά που βάλλονται από την κύρωση είναι μόνο η προσβολή της προσωπικής ελευθερίας ή της περιουσίας του πληττόμενου προσώπου. Έτσι, μένουν εκτός του πεδίου των διοικητικών κυρώσεων πλήθος άλλων δυσμενών διοικητικών πράξεων που έχουν κατά τα λοιπά φέρουν όλα τα στοιχεία κύρωσης, όπως είναι η ανάκληση άδειας λειτουργίας καταστήματος ή ιατρείου[40], η ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης[41], η σφράγιση καταστήματος[42] και οι ηθικές κυρώσεις όπως είναι η επίπληξη[43]. Προσφορότερη φαίνεται η προσέγγιση, ότι η κύρωση βάλλει κατά μίας προστατευόμενης από την έννομη τάξη κατάστασης (που μπορεί να αποδοθεί γενικά με τους όρους προστατευόμενο δικαίωμα ή συμφέρον)[44], η οποία έχει δημιουργηθεί δυνάμει προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος[45]. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω για να έχουμε μεταβολή  μίας προστατευόμενης από την έννομη τάξη κατάστασης, απαιτείται η κύρωση να επιβληθεί με εκτελεστή διοικητική πράξη. Έτσι, η κύρωση διακρίνεται από πράξεις που φέρουν τη μορφή παρατήρησης, σύστασης ή προειδοποίησης, στο βαθμό που αυτές φέρουν προειδοποιητικό χαρακτήρα και στερούνται εκτελεστότητας[46].

Τις διοικητικές κυρώσεις θα πρέπει να διακρίνουμε από τα εσωτερικά μέτρα τάξης, τα οποία μεν φέρουν χαρακτηριστικά κύρωσης, εντούτοις το κακό που επιβάλλεται είναι ήσσονος σημασίας και δεν προκαλεί σημαντική μεταβολή στην έννομη κατάσταση του διοικούμενου[47],με αποτέλεσμα να μένουν εκτός του κύκλου των εκτελεστών διοικητικών πράξεων και πολύ περισσότερο των διοικητικών κυρώσεων. Τα μέτρα αυτά δεν σκοπούν στον κολασμό του παραβάτη αλλά στην ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και στην διατήρηση της αναγκαίας πειθαρχίας σε αυτό[48]. Τα μέτρα εσωτερικής τάξης είναι θεωρητική κατασκευή του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας και εντοπίζονται κυρίως στο πεδίο των πειθαρχικών  κυρώσεων που επιβάλλονται σε μαθητές, στρατιωτικούς, φυλακισμένους αλλά και σε δημοσίους υπαλλήλους[49]. Με την απόφαση Marie  το Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας[50] αναγνωρίζει πλέον, ότι κρίσιμο είναι σε κάθε περίπτωση, το είδος και η βαρύτητα της κύρωσης που απειλείται καθώς και ο βαθμός μεταβολής της έννομης κατάστασης του πληττόμενου προσώπου[51]. Κατά συνέπεια, όταν η κύρωση πλήττει ουσιωδώς κάποια θεμελιώδη δικαιώματα του παραβάτη, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και ανήκει στον πεδίο των (παραδεκτώς προσβαλλόμενων) κυρώσεων)[52]. Έτσι, η επιβολή τιμωρίας όπως είναι η ωριαία αποβολή ή υποχρέωση συγγραφής εργασίας σε ένα μαθητή επειδή διαταράσσει την τάξη συνιστά μέτρο εσωτερικής τάξης[53], διότι δεν διαταράσσει σημαντική την έννομη κατάστασή του, ενώ η οριστική αποβολή από στο σχολείο, λόγω της βαρύτητάς της αποτελεί κύρωση παραδεκτώς προσβαλλόμενη ενώπιον του καθ’ ύλη αρμόδιου δικαστηρίου[54][55].

Το τελευταίο από τα δομικά στοιχεία της κύρωσης είναι η λειτουργία που αυτή επιτελεί. Ο Δημητρακόπουλος υποστηρίζει ορθά, ότι η κύρωση θεραπεύει διπλό σκοπό: προληπτικό, διότι η απειλή της σκοπεί στην αποτροπή τέλεσης της παράβασης και κατασταλτικό, γιατί τείνει στον κολασμό του παραβάτη. Ενόψει των ανωτέρω, το τελευταίο ως άνω λειτουργικό στοιχείο είναι εκείνο που διαφοροποιεί την διοικητική κύρωση από τα λοιπά διοικητικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται με σκοπό την αποκατάσταση και διατήρηση της δημόσιας τάξης ή την πρόληψη επέλευσης βλάβης σε ορισμένο προστατευόμενο από το νόμο δημόσιο ή ιδιωτικό συμφέρον[56][57].

1.2.2. Η διάκριση των διοικητικών κυρώσεων από τα διοικητικά, τα προληπτικά και τα προπαρασκευαστικά μέτρα και την αποκατάσταση της ζημίας του Δημοσίου

Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, τα διοικητικά μέτρα εμφανίζουν πολλές ομοιότητες με τις διοικητικές κυρώσεις[58], εντούτοις διακρίνονται από αυτές ως προς το λειτουργικό τους στοιχείο που δεν αφορά τον κολασμό του παραβάτη αλλά την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή της δημόσιας τάξης γενικότερα και την προστασία δημοσίων ή ιδιωτικών συμφερόντων. Επιβολή διοικητικών μέτρων εντοπίζουμε κυρίως στην ύλη του πειθαρχικού δικαίου, έτσι, η αυτοδίκαιη έκπτωση των αμετακλήτως καταδικασθέντων υπαλλήλων για ορισμένα ποινικά αδικήματα επιβάλλεται ως δυσμενές διοικητικό μέτρο, ευλόγως, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και, ειδικότερα, προς τον σκοπό της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας[59], ενώ και η αυτοδίκαια θέση υπαλλήλου σε κατάσταση αργίας, σε περίπτωση κατά την οποία έχει επιβληθεί σε αυτόν, με απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου η ποινή της οριστικής παύσεως συνιστά προσωρινό διοικητικό μέτρο[60]. Εντούτοις, δεν είναι λίγες η περιπτώσεις που ο νομοθέτης προβλέπει την επιβολή διοικητικού μέτρου επί τη βάση όχι μόνο υποκειμενικών αλλά αντικειμενικών προϋποθέσεων, η συνδρομή των οποίων καθιστά τη διοίκηση υπόχρεη να επιβάλει το συγκεκριμένο διοικητικό μέτρο[61].

Στην έννοια των διοικητικών μέτρων εντάσσονται και τα προληπτικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται σε χρόνο προγενέστερο της εκδήλωσης ορισμένης συμπεριφοράς και στοχεύουν στην παρεμπόδιση της εκδήλωσης αυτής της συμπεριφοράς[62]. Βρίσκονται συνεπώς στον αντίποδα της διοικητικής κύρωσης, η οποία έπεται μίας ορισμένης συμπεριφοράς που συνίσταται σε παραβίαση κανόνα δικαίου. Τα μέτρα αυτά δεν συνδέονται με παραβατική συμπεριφορά του πληττόμενου προσώπου αλλά έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, ανήκει δε στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης να λάβει το μέτρο εκείνο που κρίνεται προσφορότερο για την κάθε περίπτωση[63]. Τέλος, τα προληπτικά μέτρα αποσκοπούν και εκείνα στην εύρυθμη και ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή της δημόσιας τάξης[64] ή στην διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου[65] ή των ιδιωτών[66]. Στην κατηγορία των διοικητικών μέτρων προληπτικού χαρακτήρα εμπίπτουν τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2527/1997, «τα οποία έχουν επείγοντα χαρακτήρα, σκοπούν στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και λαμβάνονται προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου κατ΄ αυτού, προτού ο ίδιος προλάβει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία και να αποσύρει τις καταθέσεις του πριν από το στάδιο οριστικοποιήσεως των φορολογικών εγγραφών»[67] καθώς και τα προβλεπόμενα από το άρθρο 30 παρ.5 εδ. Ε του ν. 3296/2004 προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται από το ΣΔΟΕ και συνίστανται σε δέσμευση, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, το οποίο αποσκοπεί στην διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’αυτού, σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα[68][69].

Μία ειδική κατηγορία διοικητικών μέτρων αποτελούν τα προπαρασκευαστικά μέτρα (mesures préparatoires), τα οποία μπορούν να ληφθούν πριν την επιβολή κύρωσης στον παραβάτη[70] και αναπτύσσουν εκτελεστότητα, για το λόγο αυτό προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου[71]. Τα προπαρασκευαστικά μέτρα για να επιβληθούν πρέπει να προβλέπονται ως τέτοια στο νόμο[72], βρίσκονται δε σε άμεση συνάφεια με τις απειλούμενες κυρώσεις, οι οποίες δεν μπορούν να επιβληθούν εάν δεν προηγηθεί το στάδιο της επιβολής προπαρασκευαστικών μέτρων. Το μοντέλο των mesures préparatoires συναντούμε κυρίως στην γαλλική έννομη τάξη και στην εξουσία που αναγνωρίζεται στις εκεί Ρυθμιστικές Αρχές. Για παράδειγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου της 30ης Σεπτεμβρίου 1986 προκύπτει, ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Οπτικοακουστικών Μέσων δεν μπορεί να ασκήσει τις κυρωτικές εξουσίες του παρά μόνο εάν έχει προηγηθεί επίσημη προειδοποίηση στον εκδότη, ή το διανομέα υπηρεσιών ή τον φορέα δορυφορικών δικτύων να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που του επιβάλλουν οι οικείες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και εκείνος δεν το έπραξε[73], ενώ παρόμοιες εξουσίες αναγνωρίζει στην Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων το άρθρο L36-11 του Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Παρά το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά χαρακτηρίζονται ως προπαρασκευαστικά, εντούτοις πρέπει να διακρίνονται από τις μη εκτελεστές προπαρασκευαστικές των τελικώς εκδιδόμενων πράξεις, οι οποίες δεν επιφέρουν έννομες συνέπειες στην νομική και πραγματική κατάσταση του πληττόμενου προσώπου[74].

Τέλος, οι διοικητικές κυρώσεις διακρίνονται και από την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται στο Δημόσιο από μη νόμιμη πράξη ή παράλειψη ιδιώτη[75]. Σε αντίθεση με την κύρωση που όπως είδαμε ανωτέρω σκοπεί τόσο στην αποτροπή τέλεσης της παράβασης (προληπτική λειτουργία) όσο και στον κολασμό του παραβάτη (κατασταλτική λειτουργία) μέσω της προσβολής των εννόμων αγαθών του παραβάτη, η αποζημίωση συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σε ορισμένο πρόσωπο από παράνομη συμπεριφορά άλλου προσώπου[76]. Κατά συνέπεια, καθώς κύρωση και αποζημίωση αποτελούν ξεχωριστές έννοιες, μία ορισμένη ενέργεια δεν μπορεί να φέρει ταυτόχρονα και κυρωτικό και αποζημιωτικό χαρακτήρα. Έτσι, η είσπραξη τόκων που απορρέουν από τις αχρεωστήτως ληφθείσες κοινοτικές ενισχύσεις δεν συνιστά κύρωση αλλά επιδιώκεται να αποζημιωθεί η Διοίκηση η οποία στερήθηκε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το οφειλόμενο σε αυτήν ποσό, με τους τόκους να αντιστοιχούν στην τρέχουσα αξία του αχρεωστήτως ληφθέντος από τον επιχειρηματία ποσού[77], ενώ κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ η υποχρέωση επιστροφής του οφέλους που αποκτήθηκε αδικαιολογήτως μέσω παράνομης πρακτικής δεν συνιστά κύρωση, αλλά απλώς τη συνέπεια της διαπιστώσεως ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λήψη του οφέλους, το οποίο απορρέει από τη ρύθμιση της Ένωσης δημιουργήθηκαν τεχνητά, οπότε το όφελος αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και δικαιολογείται, επομένως, η υποχρέωση αποδόσεώς του[78]. Κοινός τόπος σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι η επιβαλλόμενη οικονομική υποχρέωση δεν φέρει κυρωτική αλλά επανορθωτική-αποκαταστατική φύση, στο μέτρο που βρίσκεται σε πρόδηλη σχέση αναλογικότητας με την αντίστοιχη πραγματική βλάβη του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ[79]. Αντιθέτως, αν και στο νόμο επιγράφεται ως ειδική αποζημίωση, η προβλεπόμενη στο άρθρο 114 πα. 5 του ν. 1892/1990[80] οικονομική υποχρέωση που επιβάλλεται με πρωτόκολλο του οικείου δασάρχη στον κύριο, νομέα ή κάτοχο αυθαίρετης κατασκευής εντός δάσους ή δασικής έκτασης, φέρει χαρακτήρα διοικητικής κύρωσης, αφού η λειτουργία που επιτελεί έγκειται στην αποτροπή αυθαίρετων επεμβάσεων στα δάση και τις δασικές εκτάσεις (προληπτικός χαρακτήρας) καθώς και στην απομάκρυνση κάθε κατασκευής που αποκλείει ή περιορίζει την κατά προορισμό χρήση τους (κατασταλτικός)[81] και όχι αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση δημόσιας δασικής εκτάσεως[82].

2. Συνταγματικότητα επιβολής κυρώσεων από τα διοικητικά όργανα

2.1. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και ο κίνδυνος υποκατάστασης της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία

Σύμφωνα με την ΣτΕ Ολ 370/1946, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών συνιστά μία από τις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος, στις οποίες θεμελιώνεται ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος χαρακτήρας του Συντάγματος[83] . Σύμφωνα με αυτή το κράτος κατευθύνει την εξουσία του σε τρεις λειτουργίες, την νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική. Οι τρεις λειτουργίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς τη φύση των εξουσιών που φέρουν, αφού η μία θεσπίζει κανόνες δικαίου, τυπικούς νόμους, η άλλη τους επικυρώνει, τους δημοσιεύει και τους εκτελεί και η τρίτη δικάζει σύμφωνα με αυτούς[84]. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών περιλαμβάνει τη διάκριση υπό τυπική έννοια, δηλαδή ως προς το όργανο, από το οποίο ασκείται  η κάθε λειτουργία, εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική καθώς και τη διάκριση υπό ουσιαστική έννοια, δηλαδή ως προς το περιεχόμενο και τη φύση της κάθε λειτουργίας[85]. Για να αποφευχθεί η κατάχρηση εξουσίας δια της συγκεντρώσεώς της σε ένα μόνο πρόσωπο, θα πρέπει η κάθε λειτουργία να ανατίθεται σε διαφορετικό κρατικό όργανο για να μη φθάσουμε στο παράδοξο η εξουσία που θεσπίζει το νόμο, να μπορεί να τον εκτελεί ή να δικάζει με βάση αυτόν[86]. Ο ιδεότυπος της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών επιτάσσει  τη σύγκλιση της τυπικής και ουσιαστικής διάκρισης των εξουσιών, εντούτοις αυτό ουδέποτε κατέστη δυνατό [87], κυρίως διότι το πολιτικό μας σύστημα ευνοεί τις (ισχυρές) κυβερνητικές πλειοψηφίες που συνεπάγονται την ομογενοποίηση της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία με αποτέλεσμα πολλές φορές να μιλούμε για «διχοτόμιση της τριχοτόμησης των λειτουργιών σε κυβερνητική λειτουργία, στην οποία ανήκει η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία και σε ελεγκτική που αναχαιτίζει την κυβερνητική, η οποία ταυτίζεται με τη δικαστική εξουσία[88]».

Στο πεδίο των διοικητικών κυρώσεων, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών ουδέποτε επέτυχε να τηρηθεί χωρίς παρεκκλίσεις. Η πρώτη σημαντική απόκλιση εμφανίστηκε στο πεδίο του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου με την επιβολή εκ μέρους της Διοίκησης πειθαρχικών ποινών. Στην πραγματικότητα οι διοικητικές κυρώσεις  αποτέλεσαν εξέλιξη των ποινών που επιβάλλονταν στο πεδίο του πειθαρχικού δικαίου. Στη συνέχεια ακολούθησε η αμφισβήτηση του αμιγώς κυρωτικού χαρακτήρα των φορολογικών προστίμων, αναγνωρίζοντας σε αυτά είτε χαρακτήρα αποζημιωτικό[89] είτε χαρακτήρα ποινών τάξης[90], ενώ ακολούθησε και η διεύρυνση της κυρωτικής λειτουργίας της διοίκησης ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης των παρεμβατικών λειτουργιών του Κράτους, σε όλο και περισσότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, η τήρηση των οποίων δεν μπορούσε να επαφίεται απλά στον ποινικό κολασμό, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπει το άρ. 57α του νδ 136/46 (αγορανομικός κώδικας), αρ 13 παρ. 1 του ν. 743/77 περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων, αρ. 70 γτου ν. 998/1979 (αφορά τις εκχερσώσεις) καθώς και οι διατάξεις του αλιευτικού κώδικα (νδ 420/70) για παράνομη αλιεία. Τέλος, με την εμφάνιση των Ανεξάρτητων Διοικητικών αρχών,  οι οποίες με βάση το λειτουργικό κριτήριο[91] δεν μπορούν να καταταγούν σε καμία από τις τρεις λειτουργίες, κυρίως γιατί τους έχουν αναγνωριστεί ρυθμιστικές, ελεγκτικές αλλά και κυρωτικές λειτουργίες, μπορούμε να μιλάμε για διοικητικές ποινές τρίτης γενιάς, οι οποίες γεννούν πλείστα όσα ερωτήματα τόσο ως προς τη συνταγματικότητά τους όσο και ως προς τη νομική τους μεταχείριση[92].

2.2. Η συνταγματικότητα της επιβολής κυρώσεων από τα διοικητικά όργανα υπό το πρίσμα του άρθρου 26 του Συντάγματος

Η επιβολή ποινών από την διοίκηση και μάλιστα με εφαρμογή αρχών κατ’ απόκλιση από τις περί εγκλημάτων και ποινών συνταγματικές διατάξεις, δημιούργησε διχασμό στο σύνολο της επιστημονικής κοινότητας. Το ζήτημα της συνταγματικότητας της επιβολής κυρώσεων από διοικητικά όργανα στο πλαίσιο της αρχής διάκρισης των εξουσιών, όπως τυποποιείται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, συνδέεται με την παράλληλη πρόβλεψη για τις ίδιες πράξεις επιβολής ποινών από τον ποινικό δικαστή[93]. Η βασική θέση που υποστηρίχθηκε από το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής κοινότητας αλλά και τη νομολογία των δικαστηρίων συμπυκνώνεται στην ποιοτική διαφοροποίηση της διοικητικής και ποινικής κύρωσης[94]. Οι διοικητικές κυρώσεις δεν συνιστούν κολασμό ποινικού αδικήματος προκειμένου να καταδείξουν την κοινωνική απαξία για την τέλεση πράξεων που τυποποιούνται στο νόμο ως ποινικά αδικήματα αλλά κατατείνουν στην διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας[95]. Πιο συγκεκριμένα, και λαμβάνοντας υπόψη την διάκριση που κάνει ο Στασινόπουλος για τις διοικητικές ποινές, οι μεν πειθαρχικές ποινές καθώς και εκείνες που επιβάλλονται σε χρήστες δημόσιας υπηρεσίας και αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας πηγάζουν από την Anstaltsgewalt, οι δε κυρώσεις που επιβάλλονται στους λοιπούς διοικούμενους, έχουν διάφορη φύση από τις ποινές που επιβάλλει ο ποινικός δικαστής, διότι δεν αποσκοπούν στον κολασμό του δράστη αλλά στον εξαναγκασμό των απειθούντων διοικουμένων στην τήρηση των νόμων, δια των οποίων εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας[96]. Έτσι, η κρατούσα γνώμη απέρριπτε την ιδέα εξομοίωσης των διοικητικών ποινών προς τις ποινές του ποινικού δικαίου. Κύριο στοιχείο της διάκρισης αυτών των δύο εννοιών συνιστά το γεγονός ότι η διοικητική ποινή δεν επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με το ποινικό δίκιο αλλά αποτελεί μέσο καταναγκασμού των τυχόν απειθούντων διοικουμένων για την τήρηση των νόμων, με τους οποίους εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Όταν δηλαδή η διοίκηση επιβάλλει ποινές δεν αποδίδει δικαιοσύνη αλλά ασκεί ενεργό διοίκηση[97]. Έχει βέβαια ιδιαίτερη σημασία ο καθορισμός και διαχωρισμός των περιπτώσεων εκείνων, στις οποίες ο νόμος αρκείται στο χαρακτηρισμό της στάσεως του διοικουμένου ως απλής απείθειας, που δικαιολογεί την επιβολή διοικητικής ποινής καθώς και των περιπτώσεων εκείνων, στις οποίες ο νόμος αποδίδει στη στάση αυτή του διοικούμενου σοβαρότερη σημασία και την ανάγει σε αδίκημα. Στην τελευταία περίπτωση ανήκουν οι πράξεις ή παραλείψεις του δημοσίου υπαλλήλου οι οποίες δημιουργούν ανωμαλία της οποίας η απήχηση εκφεύγει της ορθής λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας και απειλεί το σύνολο της έννομης τάξης, για το λόγο αυτό ανάγεται σε αδίκημα ποινικό. Κατά το ίδιο τρόπο και επί των λοιπών μη πειθαρχικών διοικητικών ποινών, ο νόμος συνήθως θεωρεί ότι η στάση του διοικούμενου που δεν συμμορφώνεται προς τις εκ των διοικητικών νόμων επιβαλλόμενες υποχρεώσεις δεν συνιστά αντίθεση προς το δίκαιο που απειλεί την έννομη τάξη, για αυτό και αρκείται στην επιβολή διοικητικών ποινών από τα διοικητικά όργανα. Μόνο μέχρι του σημείου τούτου είναι ανεκτή από το σύνταγμα η ανάθεση στα διοικητικά όργανα. Από το σημείο αυτό και έπειτα ανακύπτει αρμοδιότητα της δικαστικής λειτουργίας. Εάν ο νόμος θεωρεί ορισμένη παράβαση ως συνιστώσα αδίκημα ποινικό, είναι υποχρεωμένος να αναθέσει την επιβολή της οικείας ποινής σε δικαστήριο και όχι σε διοικητικό όργανο[98].

Δεν έλειπαν ωστόσο και οι φωνές που αμφισβήτησαν την αυτοτέλεια των διοικητικών έναντι των ποινικών κυρώσεων[99] και μιλούσαν για ποινικό χαρακτήρα των διοικητικών κυρώσεων. Το θεμέλιο στην προσπάθεια των διοικητικών δικαστών να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της συνταγματικότητας των διοικητικών κυρώσεων θέτει από πολύ νωρίς το Συμβούλιο της Επικρατείας. Στην ΣτΕΟλ 1276/1934 απόφασή του αναφορικά με την διοικητική κύρωση της παρεμπόδισης εκτέλεσης πλόων επιβληθείσα από τον Υπουργό Ναυτιλίας, έκρινε ότι «κατά αναγνωρισμένη γενικώς εν τω διοικητικώ δικαίω Αρχήν πάσα κυριαρχική της Πολιτείας διαταγή επιβάλλουσα εις τον πολίτην δημόσιαν υποχρέωσιν προς πράξιν ή παράλειψιν, παρέχει συγχρόνως εις την Διοίκησιν, το δικαίωμα, όπως επιβάλη εις τον απειθούντα πολίτην την εκτέλεσιν αυτής δια διαφόρων μέσων διοικητικού καταναγκασμού οίκοθεν υπό ταύτης και άνευ της συμπράξεως την δικαστηρίων λαμβανομένων». Ως προς τις πειθαρχικές κυρώσεις και εκείνες των χρηστών δημόσιας υπηρεσίας το ΣτΕ έκρινε ότι είναι διάφορη η έννοια και η φύση της αστυνομικής διαταγής και της επιβολής κατασταλτικής ποινής για την παράβαση της, η οποία φέρει ποινικό χαρακτήρα και ανήκει στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων και άλλη η έννοια και η φύση του εσωτερικού Κανονισμού λειτουργίας μία δημόσιας υπηρεσίας, η παραβίαση του οποίου επισύρει πειθαρχικές ποινές, η επιβολή των οποίων μπορεί να ανατεθεί και σε μία διοικητική αρχή[100] ενώ για τις κυρώσεις στο σύνολο των διοικουμένων τις χαρακτηρίζει μέτρο καταναγκασμού προς συμμόρφωση του πολίτη στην επιταγή του νόμου, του οποίου η άσκηση δεν κωλύεται από τις διατάξεις του Συντάγματος να ανατεθεί δια νόμου σε διοικητική αρχή[101]. Έκτοτε -και επιδεικνύοντας σύμπνοια και συνέπεια τα διοικητικά δικαστήρια- αξιοποιώντας την κρίση της Ολομέλειας προσπάθησαν να τεκμηριώσουν τη συνταγματικότητα των διοικητικών κυρώσεων αναζητώντας έρεισμα είτε στο οργανικό κριτήριο[102] και στην θεμελίωση διοικητικής αρμοδιότητας, είτε απομειώνοντας τον τιμωρητικό τους χαρακτήρα, χαρακτηρίζοντας αυτές ως μέσο για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της διοίκησης και της αποτελεσματικής συμμόρφωσης  προς τις πράξεις της[103], είτε, τέλος, χαρακτηρίζοντας αυτές ως διοικητικό μέτρο προς εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας[104]. Εκτός της άποψης που υποστηρίχθηκε ανωτέρω ο Δαρζέντας υποστήριξε την άποψη, ότι η βάση της διάκρισης μεταξύ πειθαρχικών και ποινικών κυρώσεων βρίσκεται στην έκταση προστασίας του προστατευόμενου έννομου αγαθού που στην περίπτωση τομής των δύο κυρώσεων είναι η ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας. Η μεν πειθαρχική κύρωση αποσκοπεί στην προστασία του αγαθού αυτού στο βαθμό που δεν ξεπερνά τα όρια μέσα στα οποία έχει σημασία για τη Διοίκηση, η δε ποινή αποσκοπεί στην προστασία του αυτού εννόμου αγαθού το οποίο έχει σημασία για το κοινωνία ως σύνολο και η ενδεχόμενη παραβίαση του οποίου γνωρίζει κοινωνική απαξία[105]. Αντιθέτως ο Λύτρας πιστεύει ότι η κυρωτική λειτουργία κατά το Σύνταγμα έχει ανατεθεί στα δικαστήρια, συνεπώς η επιβολή κυρώσεων από τα διοικητικά δικαστήρια παρίσταται αντισυνταγματική[106].

Από τα παραπάνω γίνεται δεκτό ότι είναι θεμιτό οι κυρώσεις να ανήκουν και στη διοικητική αρμοδιότητα καθώς η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αποκλείει μία διοικητική αρχή, η οποία δρα μέσα στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας να επιβάλει κυρώσεις. Το θεμέλιο έβαλε η γαλλική έννομη τάξη, η οποία έμελλε να επηρεάσει και τη δική μας με την απόφαση CC 88-248 DC της 17ης Ιανουαρίου 1989 του γαλλικού συνταγματικού συμβουλίου, η οποία αναγνώρισε τη σύμφωνη με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών αρμοδιότητα Ανεξάρτητης Αρχής (εν προκειμένω του Conseil supérieur de l’audiovisuel) να επιβάλλει κυρώσεις, στηριζόμενο στο επιχείρημα, ότι εφόσον η λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών σταθμών απαιτεί προηγούμενη αδειοδότηση από την ως άνω αρχή, δημιουργείται ένας ειδικός δεσμός ανάμεσα στην Αρχή και τον Διοικούμενο, με αποτέλεσμα για την εφαρμογή της οικείας νομοθεσίας να πρέπει στην αρχή να αναγνωριστεί η αρμοδιότητα να επιβάλλει κυρώσεις. Περαιτέρω, αφού στις προηγούμενες σκέψεις απαριθμεί τις συνταγματικές αρχές που πρέπει να τηρούνται κατά την ποινική διαδικασία, επεκτείνει την εφαρμογή τους και στις διοικητικές κυρώσεις που φέρουν τιμωρητικό χαρακτήρα[107][108]. Στη σκ. 36 το Συμβούλιο τονίζει «Θεωρώντας ότι [αυτοί] οι συνταγματικοί κανόνες εφαρμόζονται όχι μόνο στις ποινές που επιβάλλονται από τα ποινικά δικαστήρια αλλά και σε κάθε κύρωση που φέρει τιμωρητικό χαρακτήρα ακόμα και αν επιβάλλεται από μη δικαστική αρχή[109]». Ακολούθησε η σημαντική απόφαση του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου που έμελλε να επηρεάσει και την εγχώρια νομολογία  CC 89-260 DC της 28ης Ιουλίου 1989 του  Conseil Constitutionnel που αφορά κυρώσεις που επιβάλλει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Commission des opérations de bourse), η οποία  ξεκαθάρισε ακόμα περισσότερο το τοπίο κρίνοντας, ότι  διοικητικές κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στους διοικούμενους και χωρίς να τους συνδέει ειδικός δεσμός με τη Διοίκηση ή την Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή, όπως στην περίπτωση παραβίασης της οικείας νομοθεσίας που αφορά στην προστασία του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού, αρκεί να τηρούνται οι συνταγματικές εγγυήσεις που διέπουν την ποινική διαδικασία, Αυτό πρακτικά στο οποίο θέλει να καταλήξει το Συμβούλιο είναι πως εφόσον η επιβολή κυρώσεων συνεπάγεται στέρηση ατομικών ελευθεριών (πχ στέρηση περιουσίας, περιορισμός οικονομικής ελευθερίας), η αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων που αναγνωρίζεται στη διοίκηση δεν μπορεί να γίνει χωρίς να διασφαλίζεται η εξασφάλιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που εγγυάται το Σύνταγμα[110][111], όπως είναι τα δικαιώματα άμυνας του διοικούμενου[112], η αρχή της αναλογικότητας[113], η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege[114], η αρχή της μη αναδρομικότητας του αυστηρότερου νόμου αλλά και ο κανόνας της ευνοϊκότερης κύρωσης που αποτελούν έκφανση της αρχή της αναλογικότητας[115], η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης[116], το δικαίωμα δικαστικής προστασίας[117], το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη[118] και η αρχή ne bis in idem[119]. Ως προς τις πειθαρχικές ποινές είναι δεκτό ότι αυτές δεν εξομοιώνονται με τις ποινές του ποινικού δικαίου[120], συνεπώς δεν διέπονται και από τις αρχές του ποινικού δικαίου nulla poena sine lege[121] και ne bis in idem[122].

Από τη στιγμή που η επιλογή της ποινικής ή της διοικητικής αντιμετώπισης μίας παράβασης ανήκει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, στη διακριτική ευχέρεια του κοινού νομοθέτη και ο διοικητικός κολασμός μπορεί να αποβεί βαρύτερος από τον ποινικό κολασμό, είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτο οι νομικές εγγυήσεις υπέρ του τιμωρούμενου προσώπου να κυμαίνονται ανάλογα με τον ποινικό ή διοικητικό χαρακτήρα της ποινής. Έτσι η δράση της διοίκησης θα πρέπει να διέπεται όχι μόνο αποκλειστικά από κανόνες του γενικού διοικητικού δικαίου αλλά και από αρχές που προσιδιάζουν στην ύλη του ποινικού δικαίου. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτό ότι το σύστημα του κρατικού καταναγκασμού ανεξαρτήτως της διοικητικής ή της ποινικής του διάστασης διέπεται από ένα σώμα κοινών θεμελιωδών κανόνων και εγγυήσεων, ένα κοινό, δημόσιο κυρωτικό δίκαιο (ius publicum puniendi commune), το οποίο διασφαλίζει τη συνταγματικά ανεκτή άσκηση της κρατικής κυρωτικής λειτουργίας.

 

Άσπα Θεοχάρη, δικηγόρος, LLM Eur

 

 

 

[1] Pauliat Hélène, L’émergence du concept de sanction administrative, La Semaine Juridique Administrations et Collectivités territoriales, No 11, 2013,2072

[2] Λύτρας Σωτήρης, Έννοια και βασική διάκριση των κυρώσεων στο ελληνικό θετικό δίκαιο, Αντ Σάκκουλας Αθήνα-Κομοτηνή, 1984, 9

[3] Δελλής Γεώργιος, Η ιδιαιτερότητα του δικαστικού ελέγχου των διοικητικών κυρώσεων, ΔιΔικ 2002, 890, 891

 

[4] ο.π. Δελλής, 891

[5] Dellis Georges, Droit penal et droit administratif. L’influence des principes et des techniques du droit repressif sur le droit administrative, Paris, LGDJ, 1997, 4

[6] Επικεντρώνεται κυρίως στον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει μία κύρωση

[7] ο.π. Pauliat 2072

[8] Εξαίρεση αποτελούσαν οι τότε πειθαρχικές ποινές εάν ο βασιλιάς ή ηγεμόνας έκρινε ότι ο τιμωρούμενος παραβίαζε το καθήκον υπακοής, βλ.  Mestre Jean-Louis, Introduction historique au droit administratif français,  Paris : Presses universitaires de France, 1985, σ. 15 επ.

[9] Με τη μορφή που έχει σήμερα

[10] l’ordonnance royale du 23 juin 1819

[11] Mourgeon Jacques, La repression administrative, συλλ. Bibliothèque de droit public LXXV,  Paris, LGDJ, 1967, 83

[12]Décret organique de la Légion d’honneur du 16 Mars 1852, διαθέσιμο στο http://www.france-phaleristique.com/legion_honneur_decret_16-03-1852.htm, ο.π. Pauliat, 2073

[13] Το ιστορικό επιχείρημα ότι οι διοικητικές ποινές ως νομικό φαινόμενο είναι προϊόν της κυβέρνησης Βισύ, ενός ανελεύθερου απολυταρχικού καθεστώτος που συνταγματικά προέβλεψε την υπερσυγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια ενός  χρησιμοποιείται συχνά από τους υπέρμαχους της αντισυνταγματικότητας της επιβολής κυρώσεων από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας

[14] Guyomar Mattias, Les sanctions administratives, συλλ. Systemes Pratique, Paris, LGDJ, 2014, σ. 16

[15] Ο.π. Pauliat, 2074

[16] Ο.π. Mourgeon, σ. 85

[17] Εάν θεωρηθούν πρώτη οι πειθαρχικές ποινές, και δεύτερη οι κυρώσεις για παράβαση οικονομικής νομοθεσίας

[18] Ο.π. Guyomar, 17

[19] Δεδομένου ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές διαθέτουν οργανική και λειτουργική ανεξαρτησία

[20] Άλλη έννοια για την επιβολή κυρώσεων είναι η διοικητική καταστολή (la répression administrative)

[21] Delmas-Marty Mireille/ Teitgen-Colly Catherine, Punir sans juger?: de la répression administrative au droit administratif penal, Economica, 1992, 13

[22] ο.π. Mourgeon Jacques, 109

[23] De Corail Jean-Louis, Administration et sanction ; réflexions sur le fondement du pouvoir administratif de répression, 103-126 σε Mélanges René Chapus : Droit administratif, Paris 1992, 103

[24] Στασινόπουλος Μιχαήλ, Ο αληθής χαρακτήρας των διοικητικών ποινών, ΑρχΝ 1950 89

[25] Περισσότερα για τη γερμανική θεωρία του Anstaltsgewalt σε Mayer Otto, Deutsches Verwaltungsrecht. Bd. 2. Leipzig, 1896, σ. 335-336, αλλά και ΣτΕ Ολ 235, 236/1931, στο σκεπτικό της οποίας αναγνωρίζεται η θεωρία της Anstaltsgewalt και προχωρά στη θεωρητική διάκριση ανάμεσα στις αστυνομικές ποινές που φέρουν ποινικό χαρακτήρα και δύνανται να επιβάλλονται μόνο από τα δικαστήρια και στις παραβάσεις εσωτερικών κανονισμών δημοσίου ιδρύματος ή υπηρεσίας που ανάγεται στην σφαίρα της Anstaltsgewalt και επιτρέπει την επιβολή διοικητικών ποινών (κυρώσεων) από τις διοικητικές αρχές.

[26] Στασινόπουλος Μιχαήλ, Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, Αθήνα, 1951, σ. 142 επ., Γράβαρης Ιωάννης, Συγκριτική θεώρηση των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων, σε Είδη Κυρώσεων και Δικαιϊκοί κλάδοι, Αντ. Σάκκουλα 1991, 260 263

[27] Αφορούσε αφαίρεση άδειας οδηγού και άδειας κυκλοφορίας αυτοκινήτου

[28] Ο.π. Λύτρας, σ. 16, ο συγγραφέα προκειμένου να (υπερ)τονίσει τη διαδοχή παράβασης-κύρωσης, αναφέρει ως ειδικές περιπτώσεις, τιμωρητικές πράξεις της Διοίκησης που κρίθηκαν ως προληπτικά μέτρα και όχι ως κυρώσεις, τις πολιτικές εκτοπίσεις, κυρίως διότι εν προκειμένω δεν είχαμε παράβαση κάποιου θετού κανόνα δικαίου αλλά η Διοίκηση έκρινε εάν τα πληττόμενα πρόσωπα ήταν επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια (ΣτΕ Ολ 1819/1952, 724/1954,35/1961,192/1965)

[29] Ο.π. Λύτρας, σ. 17

[30] Ο.π. Λύτρας, σ. 25

[31] Δημητρακόπουλος Ιωάννης, Η αρχή της πταισματικής ευθύνης και το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης σε σχέση με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων: Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ 119/2015, διαθέσιμο στο http://www.humanrightscaselaw.gr/  , σ. 1

[32] To γερμανικό Bundesverfassungsgericht έκρινε ότι η αρχή nulla poena sine culpa είναι συνταγματικής περιωπής και εδράζεται στην αρχή του Κράτους δικαίου,  BVerfGE 20, 323, σκ. 30, BvR 1200/04 (για πταισματική ευθύνη εκπροσώπων νομικού προσώπου), σκ. 11, BvR 299/89, σκ. 18, ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του παρέδρου Δημητρακόπουλου για την συνταγματική θεμελίωση της αρχής της πταισματικής ευθύνης και στο δικό μας Σύνταγμα, ο.π. Δημητρακόπουλος, σ. 1 υποσημ. 4

[33] Προτάσεις Γεν Εισαγγελέα J. Kokott της 16ης Φεβρουαρίου 2017 στην υπόθεση C‑129/16 (Túrkevei Tejtermelő Kft. κατά Országos Környezetvédelmi és Természetvédelmi Főfelügyelőség) σύμφωνα με την οποία «Το τεκμήριο αθωότητας [άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη] εμπερικλείει και την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης (nulla poena sine culpa), σύμφωνα με την οποία απαιτείται υπαιτιότητα, δηλαδή ευθύνη για την παράβαση», σκ. 44, βλ και προτάσεις της ίδιας της 28ης Φεβρουαρίου 2013 στην υπόθεση C‑681/11 (Schenker & Co AG κ.λπ.) «μια αρχή με χαρακτήρα θεμελιώδους δικαιώματος, η οποία πηγάζει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Η αρχή αυτή, μολονότι δεν μνημονεύεται ρητώς στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην ΕΣΔΑ, εντούτοις συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση του τεκμηρίου αθωότητας. Ως εκ τούτου, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αρχή nulla poena sine culpa εμπεριέχεται σιωπηρώς στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη και στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, διατάξεις που κατά κοινή παραδοχή λαμβάνονται υπόψη σε υποθέσεις συμπράξεων. Οι δύο αυτές διατάξεις του Χάρτη και της ΕΣΔΑ μπορούν, σε τελική ανάλυση, να χαρακτηριστούν ως δικονομική εξειδίκευση της αρχής nulla poena sine culpa»,             Στην απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987,  C-137/85, Maizena κ.λπ., σκέψη 14, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «τυπική αρχή του ποινικού δικαίου» την αρχή nulla poena sine culpa. Η ισχύς της αρχής αυτής στο επίπεδο του δικαίου της Ένωσης έχει θεωρηθεί δεδομένη με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C-210/00, Käserei Champignon Hofmeister. Από την άλλη το ΕΔΔΑ εμφανίζεται λιγότερο τολμηρό στη νομολογία του ως προς την θεμελίωση της αρχής της πταισματικής ευθύνης στο τεκμήριο της αθωότητας. Στην υπόθεση ΕΔΔΑ, Salabiaku κατά Γαλλίας της 7ης Οκτωβρίου 1988 (αριθμ. προσφυγής 10519/83), το Δικαστήριο κρίνοντας κατά πόσο τα γαλλικά δικαστήρια εφάρμοσαν σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας το άρθρο 392 του τότε ισχύοντος τελωνειακού κώδικα, σύμφωνα με το οποίο -σχεδόν κατ’ αμάχητο τεκμήριο υπέρ της τελωνιακής αρχής- η κατοχή λαθραίων προϊόντων συνιστά παράβαση που επισύρει κύρωση, έχασε την ευκαιρία να περιλάβει ρητά στο σκεπτικό του έστω και ως obiter dictum, ότι η αρχή της πταισματικής ευθύνης εδράζεται στο τεκμήριο της αθωότητας, περιοριζόμενο  στην εύθραυστη διαδικασία εναρμόνισης που διεξάγει και στο σεβασμό απέναντι στις κινούμενες ισορροπίες ανάμεσα στις εθνικές κυριαρχίες και στον περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, βλ. Sicurella Rosaria, Nulla poena sine culpa : un véritable principe commun européen ?, RSC 2002, 15

[34] Ο.π. Δημητρακόπουλος, passim

[35] ΣτΕ 2128-30/2005, ο.π. Δημητρακόπουλος, σ. 1

[36] Βλ. ΣτΕ 405/2007 (σύμφωνα όμως με τη μειοψηφία του συμβούλου Παπαγεωργίου, κατά την επιβολή προστίμου για διάθεση νοθευμένου καυσίμου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το στοιχείο της υπαιτιότητας), 4584, 3268/2005, 477/2009, ΣτΕ 96/1996, 5116/1995 και ΣτΕ 568/2007, 679/2001

[37] ΕΔΔΑ, Salabiaku κατά Γαλλίας της 7ης Οκτωβρίου 1988 (αριθμ. προσφυγής 10519/83), Janosevic κατά Σουηδίας της 1ης Νοεμβρίου 2001 (αριθμ. προσφυγής 34619/97), VÄSTBERGA TAXI AKTIEBOLAG AND VULIC κατά Σουηδίας της 21ης Μαΐου 2003 (αριθμ. προσφυγής 36985/97), C-210/00, Käserei Champignon Hofmeister, C-210/10, Urban

[38] ΕΔΔΑ, Radio France and others κατά Γαλλίας της 30η Μαρτίου 2004 (αριθμ. προσφυγής 53984/00),  Pham Hoang κατά Γαλλίας της 25ης Σεπτεμβρίου 1992 (αριθμ. προσφυγής (13191/87) και C-326/88, Hansen

[39] Η αρχή της νομιμότητας των ποινών κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ και στο άρθρου 49 παρ. 1 του Χάρτη καθώς και ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου.  Το άρθρο 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ εφαρμόζεται στις διοικητικής κυρώσεις που έχουν ποινικό χαρακτήρα (βλ στην επόμενη ενότητα της μελέτης) ενώ στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου η αρχή της νομιμότητας αποτελεί εδική έκφραση της αρχής της ασφάλειας δικαίου (C-308/06, Intertanko) και εφαρμόζεται και στις διοικητικές κυρώσεις, Βλ. Προτάσεις Γεν Εισαγγελέα J. Kokott της 16ης Φεβρουαρίου 2017 στην υπόθεση C-129/16 (Túrkevei Tejtermelő Kft. κατά Országos Környezetvédelmi és Természetvédelmi Főfelügyelőség) σύμφωνα με την οποία «Δεδομένου ότι πρόκειται για κύρωση, είναι κρίσιμες και άλλες βασικές αρχές, και συγκεκριμένα η αρχή της νομιμότητας των ποινών (nulla poena sine lege) κατά το άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη», C- 546/09, Aurubis Balgaria AD κατά Nachalnik na Mitnitsa Stolichna, C-367/09, SGS Belgium, Δημητρακόπουλος Ιωάννης, Διοικητικές Κυρώσεις και Θεμελιώδη Δικαιώματα-Σύνταγμα-ΕΣΔΑ-Δίκαιο ΕΕ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σ. 97. Ενδιαφέρουσα η πρόταση του παρέδρου, η αρχή της νομιμότητας των ποινών όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμά μας στο άρθρο 7 παρ. 1 Σ, αναλογικά και δυνάμει των συνταγματικών αρχών του Κράτους Δικαίου της ασφάλειας δικαίου να εφαρμοστεί και επί των διοικητικών κυρώσεων.

[40] ΣτΕ 2179/2016 (εμμέσως παραδέχεται το Δικαστήριο ότι συνιστά κύρωση, εφόσον υποβάλλεται στη βάσανο ελέγχου της αναλογικότητας)

[41] ΣτΕ 1799/1987, η οποία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα απόφαση καθώς δίνει μία άλλη διάσταση και στην έννοια παραβίασης του νόμου (εφόσον σε ορισμένη ασφαλιστική επιχείρηση χορηγήθηκε άδεια συστάσεως και λειτουργίας με την επιφύλαξη ανακλήσεως σε περίπτωση παραβάσεως μίας οποιασδήποτε διατάξεως της νομοθεσίας που διέπει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή του καταστατικού της ή εάν η λειτουργία της προσκρούει στα θεμελιώδη συμφέροντα των ασφαλισμένων, τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη, τότε μπορεί η Διοίκηση να επιβάλει το μέτρο αυτό για οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεών της, έστω και αν ο νόμος ή το καταστατικό δεν προβλέπουν την ανάκληση της άδειας ως κύρωση για τη συγκεκριμένη παράβαση….αρκεί η προσφυγή στο μέτρο αυτό να δικαιολογείται από τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης),

[42] ΣτΕ 213-215/2013

[43] ΣτΕ Ολ 1821/1989

[44] Έτσι δεν μπορούμε να πούμε ότι συνιστά κύρωση ο εξωλογιστικός προσδιορισμός εισοδημάτων όταν τα βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία κριθούν ανακριβή και αναληθή, διότι αποσκοπεί στην εξεύρεση του πραγματικού εισοδήματος, δεδομένου ότι λόγω της μη τηρήσεως των βιβλίων προκύπτει αδυναμία ασφαλούς προσδιορισμού των ακαθάριστων εσόδων μιας κατηγορίας επιχειρήσεων, ΣτΕ 499/2014, 1325/2012, η μετάθεση για υπηρεσιακούς λόγους εφόσον ο τελευταίος δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει έναντι της υπηρεσίας που τον απασχολεί τη διατήρηση της νομικής του κατάστασης, ΣτΕ 1690/1969

[45] Ο.π. Λύτρας 22

[46] ΣτΕ Ολ 3841/1997

[47]  Ο.π. Δημητρακόπουλος, σ. 25

[48] Βλ. ΣτΕ 99/1987 (αφορά την επιβολή σε μαθητή λυκείου πενταήμερης αποβολής και μετατροπής της διαγωγής του σε κοσμία). Εν προκειμένω η αίτηση ακύρωσης κατά της διοικητικής πράξης που επιβάλει την αποβολή και την μετατροπή της διαγωγής σε κοσμία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι στρεφόταν κατά μέτρου εσωτερικής τάξης, που λόγω της φύσης του στερείται εκτελεστότητας

[49] Πλούσια η νομολογία του γαλλικού συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δέχεται την επιβολή των (απρόσβλητων) μέτρων εσωτερικής τάξης και σε δημοσίους υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δε θίγουν τα προνόμια και τη νομική κατάσταση ενός υπαλλήλου (CE 12 avr. 1995, n° 136914, Hourcade), ούτε έχουν αρνητικές συνέπειες στην οικονομική του κατάσταση και τις προοπτικές σταδιοδρομίας του (CE 8 mars 1993, n° 112742, Riollot, CE 18 mars 1988, n° 69157, Union syndicale professionnelle des policiers municipaux , CE 6 oct. 1995, n° 97579, Commune de Saint-Soupplets), Chauvet  Clément, Que reste-t-il de la « théorie » des mesures d’ordre intérieur ?, AJDA 2015, 793, 796, βλ. για περισσότερα νομολογιακά παραδείγματα Πρεβεδούρου Ευγενία, Νομολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα εσωτερικής τάξης. Διεύρυνση των κριτηρίων της έννοιας και ενίσχυση της έννομης προστασίας, διαθέσιμο στο www.prevedourou.gr/

[50] αποφάσεις CE, ass., 17 févr. 1995, n° 97754, Marie et Hardouin

[51] Ο Δημητρακόπουλος αναφέρεται συχνά στην αρχή de minimis non curat praetor (ο δικαστής δεν ασχολείται με τα ασήμαντα), ο.π.Δημητρακόπουλος, σ. 25, βλ. αποφάσεις CE, ass., 17 févr. 1995, n° 97754, Marie et Hardouin αλλά και απόφαση CE 30 juill. 2003, n° 252712, Remli , βλ και κρητική στάση του Τάχου στο ΕΔΔ 1980, 115 επ.

[52] Όπως για παράδειγμα, όταν πλήττει θεμελιώδη δικαιώματα που έχει ο κρατούμενος μέσα στη φυλακή, όπως τη συναναστροφή με άλλους κρατουμένους, την έξοδο από το κελί του, τη συμμετοχή σε δραστηριότητες, τη λήψη της αλληλογραφίας, το δικαίωμα επισκέψεων, αντίθετα όμως CE, 12 mars 2003, Frerot, όπου η τοποθέτηση κρατουμένου σε πειθαρχικό κελί για δύο ημέρες επειδή δεν δέχτηκε να υποβληθεί σε σωματική έρευνα, κρίθηκε ως μέτρο εσωτερικής δημόσιας τάξης

[53] CE 8 mars 2006, n° 275551, Fédération des conseils de parents d’élèves des écoles publiques

[54] CE 6 juill. 1949, Andrade, βλ. και Λαζαράτο Πάνο, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2013, σ. 569 (υποσημ. 45), βλ. και μειοψηφία της απόφασης ΣτΕ Ολ 97/1980 (με την οποία συντάσσεται και η γράφουσα) ότι προσβαλλόμενη πράξη που αφορά ημερήσια αποβολή μαθητριών από το Γυμνάσιο επειδή δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις τις σχετικές με την αμφίεση αυτών, επειδή δύναται να κλιμακωθεί μέχρι και της οριστικής αποβολής μαθητού από το σχολείο ή γενικότερα τα σχολεία αποτελεί ανεξάρτητα της βαρύτητας αυτής εκτελεστή διοικητική πράξη, ήτοι διοικητική κύρωση που υπόκειται παραδεκτώς σε αίτηση ακύρωσης , βλ και απόφαση ΕΔΔΑ, απόφαση Βαλσάμη κατά Ελλάδας της  18ης  Δεκεμβρίου 1996  (προσφυγή  υπ’  αριθ. 21787/93), σύμφωνα με την οποία το απαράδεκτο της προσβολής πειθαρχικής απόφασης σχολικού συμβουλίου που επιβάλλει σε μαθητή πενθήμερη αποβολή παραβιάζει το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ

[55] Περαιτέρω, στο πεδίο του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου ως μέτρο εσωτερικής τάξεως θεωρείται η καθιέρωση ενιαίου συστήματος ελέγχου της προσελεύσεως και αποχωρήσεως των δημοσίων υπαλλήλων, με την σήμανση δελτίου παρουσίας (κάρτας), προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση του ωραρίου, εφόσον εντάσσεται στα πλαίσια της ιεραρχικής σχέσεως που συνδέει τους υπαλλήλους με το Δημόσιο και του ανήκοντος στην προϊσταμένη αρχή δικαιώματος ελέγχου της τηρήσεως των υποχρεώσεών τους, σύστημα ελέγχου της τηρήσεως του ωραρίου εργασίας (ΣτΕ 1770/1997, 2449/1992, 1968/1989, 97/80, 2714/1979), στη στρατιωτική έννομη τάξη ως μέτρο εσωτερικής τάξεως θεωρείται η πράξη ορισμού αξιωματικού ως επόπτη επιφυλακής-ασφαλείας μονάδος (ΣτΕ 769/2006), η επιβολή πειθαρχικών ποινών στερήσεως άδειας εξόδου, περιορισμού, κρατήσεως φυλακίσεως και αυστηράς φυλακίσεως (ΣτΕ 2018-20/1981), ενώ τέλος στο πεδίο ρύθμισης των σχέσεων των θρησκευτικών λειτουργών με το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας ως μέτρο εσωτερικής τάξεως κρίθηκε η απαγόρευση τελέσεως ιεροπραξιών, όταν επιβάλλεται εις βάρος κληρικού, ο οποίος δεν κατέχει, κατά τον χρόνον επιβολής του, οργανική θέση τακτικού εφημερίου, όπως ο ιερομόναχος, ο τοποθετούμενος, ως προσωρινός εφημέριος (ΣτΕ 2310/2008, 2440/2001).

[56] Ο.π. Δημητρακόπουλος, σ. 37-38, ΣτΕ 1536/2007 (η αυτοδίκαιη έκπτωση δεν αποτελεί πειθαρχική ποινή, αλλά περιλαμβάνεται στους λόγους λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως ως δυσμενές διοικητικό μέτρο…. με αυτό δεν τιμωρείται κατ’ ουσίαν εγκληματική πράξη με σκοπό την διασφάλιση της γενικότερης νομικής, ηθικής και κοινωνικής αποδοκιμασίας της συμπεριφοράς του υπαλλήλου, αλλά εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον που συνίσταται στην ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας), βλ. όμοια ΣτΕ 3262/2012, 519/2010, 2496/2015 (η αυτοδίκαιη αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας λόγω ποινικής καταδίκης)

[57] Το ίδιο λειτουργικό στοιχείο (κολασμός) διαφοροποιεί και τις πειθαρχικές ποινές από τα διοικητικά μέτρα

[58]  Τα διοικητικά μέτρα θεσπίζονται και επιβάλλονται για την εξυπηρέτηση κάποιου δημοσίου σκοπού ή όψης του δημοσίου συμφέροντος και ενδέχεται αν και δεν συνιστά δομικό στοιχείο της έννοιάς τους να συνδέονται και με παραβατική συμπεριφορά του πληττόμενου προσώπου, βλ. Πρεβεδούρου Ευγενία, Τα διοικητικά μέτρα ως ειδική κατηγορία διοικητικών πράξεων. Διάκριση από διοικητικές κυρώσεις (ΣτΕ Ολ 419/2014, ΣτΕ 4377-4382/2013),διαθέσιμο στο www.prevedourou.gr/

[59] ΣτΕ 1862/2017, παρόμοια ΣτΕ Ολ 3314/2014, 1100/2013 (διοικητική πράξη που απορρίπτει αίτημα ιατρού για ένταξή του σε πρόγραμμα εφημερίας εξαιτίας της ανάρμοστης συμπεριφοράς του προς τους συναδέλφους του και τους ανωτέρους του συνιστά διοικητικό μέτρο, το οποίο λήφθηκε ακριβώς για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου), ΣτΕ 691/2017 (πρόωρη λήξη θητείας διοικητή νοσοκομείου)

[60] ΣτΕ 223/2017, CE, 7 nov. 1986, Edwige

[61] ΣτΕ 2606/2011 (η ανάκληση της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου επιβάλλεται ως διοικητικό μέτρο σε περίπτωση αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του φαρμακοποιού), 946/2016 (το διοικητικό μέτρο της κατεδαφίσεως παρανόμου κτίσματος ή εγκαταστάσεως εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως επιβάλλεται αμέσως και υποχρεωτικώς μόλις διαπιστωθεί η παράβαση από τη δασική αρχή, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, δηλαδή η διοίκηση ενεργεί κατά δέσμια αρμοδιότητα), 5473/2013 (η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας, που διατάσσεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, αναγομένων στον χαρακτήρα της εκτάσεως ως δασικής και στο πραγματικό γεγονός της εκχερσώσεως ή πυρκαγιά, χαρακτηρίζεται ως δυσμενές διοικητικό μέτρο)

[62] Ο.π. Λύτρας, σ. 39

[63] Πρεβεδούρου Ευγενία, Τα διοικητικά μέτρα ως ειδική κατηγορία διοικητικών πράξεων. Διάκριση από διοικητικές κυρώσεις (ΣτΕ Ολ 419/2014, ΣτΕ 4377-4382/2013),διαθέσιμο στο www.prevedourou.gr/

[64] ΣτΕ Ολ 419/2014 (τα προληπτικά μέτρα και μέτρα εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος για την αποτροπή κινδύνου για τη χρηματοοικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος ή την διόρθωση διαταράξεως που έχει ήδη επέλθει στην εν γένει κεφαλαιακή διάρθρωση του ιδρύματος), ΣτΕ Ολ 386/1942 (προληπτικά μέτρα που μπορεί να λάβει ο μητροπολίτης για τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής τάξης)

[65] ΣτΕ 1101/2017, 2297, 399/2015, 1372, 5/2014, 2199/2013 7μ

[66] ΣτΕ 203/2013 (η προσωρινή δέσμευση εμπορευμάτων, λόγω ενδείξεων ότι αποτελούν προϊόντα απομιμήσεως ή παραποιήσεως αποτελεί μέτρο προσωρινού και ελεγκτικού χαρακτήρα αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας κ.λπ.) και στην αποτροπή της ζημίας τόσον των νομοταγών κατασκευαστών και εμπόρων όσον και των καταναλωτών)

[67] ΣτΕ 1101/2017, 2297, 399/2015, 1372, 5/2014, 2199/2013 7μ

[68] ΣτΕ 1260/2015, ΣτΕΟλ 3316/2014., 2797/2009

[69] Εν προκειμένω τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 30 παρ. 5 ε του ν. 3296/2004 συνεπαγόμενα σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχόμενου προσώπου και ειδικότερα στα περιουσιακά δικαιώματα και την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του, κρίθηκαν με την ΣτΕ Ολ 3316/2014, ότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256). Και τούτο, διότι, αν και με το μέτρο αυτό εξυπηρετείται σκοπός δημοσίου συμφέροντος (δηλαδή η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχόμενου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσας παραβάσεως, καθώς και η διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα), εντούτοις δεν διαγράφονται στον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, αλλά αντιθέτως, με τη χρήση αόριστων εννοιών, καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση. Επιπλέον δε, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν τίθεται από τον νόμο περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, που επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε, κυρίως, ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως, ενώ δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσης της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητα του λαμβανόμενου μέτρου.

[70] ο.π. Guyomar Mattias, σ. 21

[71] CE, 11 déc. 1996, Société Radio Nostalgie.

[72] Όταν ο νόμος σιωπά δεν απαιτείται να προηγηθούν τα προπαρασκευαστικά μέτρα της κύρωσης, βλ. CE, Ass., 21 déc. 2012, Société Groupe Canal Plus et société Vivendi Universal.

[73] CE, Ass., 11 mars 1994, SA « La Cinq », 6 janv. 2006, Société Lebanese Communication Group., συναφής η κρίση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας και στην απόφαση CE, 21 févr. 1996, Mutuelle antillaise d’assurances et autres, στην οποία έκρινε, ότι η Επιτροπή Εποπτείας Ασφαλίσεων θα μπορούσε να ασκήσει τις κυρωτικές εξουσίες της, μόνο αφού είχε προβεί στην έκδοση προκαταρκτικής διαταγής που καλεί την ενδιαφερόμενη επιχείρηση να συμμορφωθεί προς τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς.

[74] Ενδεικτικά, κρίθηκαν ως πράξεις προπαρασκευαστικές ΣτΕ 1896/2017 (έκθεση που συντάσσεται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος και αφορά την διαπιστωθείσα περιβαλλοντική παράβαση, αρ. 30 παρ. 4 του ν. 1650/1986), 1142/2017, 1322/2016, 40/2000, 3328/1998 (πράξη βεβαίωσης του χρόνου ασφαλίσεως στην διαδοχική ασφάλιση),  2260/2016, 4255/2009, 3356/2008, 3955/2006 (έκθεση αυτοψίας ως προπαρασκευαστική πράξη του πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαίρετων κατασκευών), 2930/2012 (έκθεση-αναφορά Δασολόγου που χαρακτηρίζει έκταση δασική, δυνάμει της οποίας εκδίδεται εκ των υστέρων η πράξη χαρακτηρισμού), 4501/2011 (η γνωμοδότηση ΣΧΟΠ), 3305/2008, 962/2002 (πρακτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης, με το οποίο δεν έγινε η τελική επιλογή του Γενικού Διευθυντή αλλά αξιολογήθηκαν σε πρώτο στάδιο οι υποψήφιοι και καταρτίσθηκε πίνακας από τους πέντε επικρατέστερους, δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για το έχον την αποφασιστική αρμοδιότητα επιλογής όργανο, δηλαδή το Δ.Σ  του Ινστιτούτου Οικονομικών Κατασκευών)

[75] Ο.π. Δημητρακόπουλος, σ 39

[76] Ο.π. Λύτρας, Έννοια και βασική διάκριση των κυρώσεων, σ. 48, ο.π. Χωραφάς Νικόλαος, Γενικαί Αρχαί του Ποινικού Δικαίου, Το Νομικόν, Αθήνα 1958,σ. 84

[77] Προτάσεις Γεν Εισαγγελέα Campos Sanchez-Bordona της 8ης Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση C‑129/16 (Glencore Céréales France κατά Etablissement national des produits de l’agriculture et de la mer)

[78] C-607/13,  Ministero dell’Economia e delle Finanze κ.α. κατά Francesco Cimmino, Costantino Elmi, C-158/08, Pometon,  C‑341/13, Cruz & Companhia, C‑599/13, Somvao, C-670/11, FranceAgriMer

[79] Ο.π. Δημητρακόπουλος, σ. 39, ΕΔΔΑ, Ruotsalainen κατά Φιλανδίας της 16ης Ιουνίου 2009 (προσφυγή υπ’ αριθμ.13079/03). Στο σημείο να υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη την ΣτΕ Ολ 1741/2015, η οποία –στη σύντομη ζωή της- ανατρέποντας πάγια νομολογία τόσο του ΕΔΔΑ όσο και του ΣτΕ ως προς την ποινική φύση του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, έκρινε ότι αν και αυτό συνιστά διοικητική κύρωση, εντούτοις δεν αποσκοπεί στον κολασμό του δράστη αλλά στην αναπλήρωση ποσών που αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος (ήτοι αποζημίωση ανάλογη της ζημίας που προκαλείται στο Δημόσιο) με επιπρόσθετη αναπροσαρμογή τους προς τα πάνω για την κάλυψη των δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για την δίωξη των συμπεριφορών αυτών που από τη φύση τους είναι δυσχερώς εντοπίσιμες (ήτοι κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για δαπάνες της Διοίκησης), στοιχεία που δεν συνάδουν με την έννοια της διοικητικής κύρωσης, βλ κατωτέρω στο Β ΜΕΡΟΣ της παρούσας μελέτης

[80] Η εν λόγω διάταξη έχει καταργηθεί με παρ. 1(ια) του άρθρου 53 του Ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α 159/08/08/2014)

[81] ΣτΕ 1950, 925, 420/2017, 1864, 593/2016, 4064/2015

[82] ΣτΕ 2116/2006

[83] …αι κυβερνήσεις αύται, εν τη ασκήσει της τοιαύτης ανωμάλου καθ’ εαυτήν εξουσίας εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να καταργώσι κατά τρόπον πάγιον ή και να τροποποιώσι ριζικώς, συνταγματικώς κατοχυρουμένους θεσμούς του δημοσίου ημών δικαίου, πολύ δε ολιγώτερον να προβαίνωσι και μέχρις ανατροπής των οργανωτικών του πολιτεύματος ημών βάσεων, επί των οποίων, ως η της διακρίσεως των εξουσιών υπό την νομικήν του όρου σημασίαν, θεμελιούται ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος χαρακτήρ αυτού.

[84] Μανιτάκης Αντώνης, Η διάκριση των εξουσιών ως οργανωτική βάση του κράτους ή ως πολιτική αρχή, διαθέσιμο στο https://www.constitutionalism.gr, βλ περαιτέρω «Έστι δε τρία μόρια των πολιτειών πασών … έν μεν τι το βουλεύομενον περί των κοινών, δεύτερον δε το περί τας αρχάς … τρίτον δε τι το δικάζον. Κύριον δ’ εστί το βουλευόμενον περί πολέμου και ειρήνης και συμμαχίας και διαλύσεως, και περί νόμων και περί θανάτου και φυγής και δημεύσεως των ευθυνών» (Αριστοτέλης, Πολιτικά, IV, 13. 1297b), Το Σύνταγμα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως, όριζε στα άρθρα 55, 56, 57: «η νομοθετική εξουσία θέτει τους νόμους ∙ η νομοθετική τους επικυρώνει, τους δημοσιεύει και τους εκτελεί ∙ η δικαστική τους εφαρμόζει ιδίως εις εκάστου τας πράξεις και τα δικαία».

[85] Σπυρόπουλος Φ./Κοντιάδης Ξ./Ανθόπουλος Χ./Γεραπετρίτης Γ. (-Βλαχογιάννης  Απόστολος), ΕρμΣυντ (2017), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη,  αρ. 26, σ. 717

[86] Ο.π. Μανιτάκης

[87] Σβώλος Αλέξανδρος, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήναι, 1928, σ. 278 επ., 292, ο.π. Μανιτάκης

[88] Άποψη Μανιτάκη, ο.π. Μανιτάκης, την οποία υιοθετεί και η γράφουσα την παρούσα μελέτη

[89] ΣτΕ 498/1966 «….ο νομοθέτης δια της διατάξεως του άρθρου 73 του ν. 3323/1955 (επιβολή προστίμου σε υπόχρεο σε παρακράτηση φόρου που δεν συμμορφώνεται προς την υποχρέωση αυτή) και της θεσπιζόμενης δι αυτής βαρείας κυρώσεως, επαγόμενης μάλιστα κατά το άρθρον 74 και ποινικήν δίωξιν του υπόχρεου εις παρακράτησιν, απέβλεψε εις την περίπτωση ουχί της απλής παραλείψεως της παρακρατήσεως του φόρου αλλά της δυστροπίας (αρνήσεως) του υπόχρεου) σε παρακράτηση και της ζημίας, την οποία υπέστη το δημόσιο από την απώλεια του φόρου λόγω της ανωτέρω παραλείψεως του εις παρακράτησιν υποχρέου»

[90] ΣτΕ 1561/1969 «το….προβλεπόμενο πρόστιμο (πρόστιμο λόγω ανακριβούς δηλώσεως αξίας πωληθέντος ακινήτου) επιβαλλόμενον υπό της οικείας διοικητικής Αρχής, δεν έχει, κατά τε τα εν τη επιστήμη και τη πράξει γενικώς παραδεδεγμένα ποινικόν χαρακτήρα και δεν αποτελεί ποινήν, αλλά διοικητικόν μέτρο καταναγκασμού προς ακριβή και ταχεία συμμόρφωση των υποχρέων προς τα φορολογικώς υποχρεώσεις αυτών και την πιστήν τήρησιν του φορολογικού νόμου εξ ης εξαρτάται η πραγματοποίησις του κρατικού δημοσιονομικού προγράμματος και είναι άσχετον προς τα υπό του ποινικού δικαστού επιβαλλομένας ποινάς εν περιπτώσει τελέσεως πράξεως ποινικώς κολασίμου,η ανάθεσης δε υπό του νόμου της επιβολής του προστίμου τούτου στον Οικονομικό Έφορον δεν προσκρούει εις τα οικείας διατάξεις του Συντάγματος, αίτινες αφορούν εις την υπό των ποινικών δικαστηρίων επιβολήν ποινών προβλεπομένων υπό του ποινικού νόμου.

[91] Από τη σκοπιά του οργανικού κριτηρίου ανήκουν στις διοικητικές αρχές που εκδίδουν διοικητικές πράξεις

[92] Ο.π. Δελλή, ΔιΔικ 2002 891

[93] Ενδεικτικά βλ. παλαιότερο άρθρο 97 παρ. 3 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918) και ισχύον άρθρο 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001, αρ. 167 παρ. 1 του Μεταλλευτικού Κώδικα (ν.δ 210/1973), αρ. 60 παρ. 1 του ν. 947/1979 «περί οικιστικών περιοχών», το παλαιότερο άρθρο 13 του ν. 743/1977 και ισχύον άρ. 13 του πδ 55/1998 «περί προστασίας θαλάσσιου περιβάλλοντος»

[94] Βλ. αντίθετα Αμυγδάλου Νικόλαος, Η συνταγματικότητα των διοικητικών προστίμων, ΠΧρ 1986, 221 222

[95] Ο.π. Στασινόπουλος, Δίκαιον διοικητικών πράξεων, σ. 143-145, ιδίου, ΑρχΝ 1950, σ.

[96] Ο.π. Γράβαρης, σ . 265

[97] Ο.π. Στασινόπουλος, 90

[98] Ο.π. Στασινόπουλος, σ. 91

[99] Βλ. μεταξύ άλλων και την άποψη του James Goldschmidt, σύμφωνα με τον οποίο οι διοικητικές ποινές, οι οποίες περιέχουν μέτρα, τα οποία κατ΄αποτέλεσμα ταυτίζονται προς το περιεχόμενο της ποινής που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια, πρέπει να εξομοιωθούν με τις ποινές του ποινικού δικαίου και κατά συνέπεια οι διέποντες τις διοικητικές ποινές κανόνες, να αποτελέσουν ειδικό κλάδο του ποινικού δικαίου, ο οποίος και θα αποκαλείται διοικητικό ποινικό δίκαιο, Goldschmidt J, Das Verwaltungsrecht, eine Untersuchung der Grenzgebiete zwischen Strafrecht und Verwaltungsrecht auf rechtsgeschichtlicher und rechtsvergleichender Grundlage, Carl Heymann Verlag, Berlin 1902, σ. 566 διαθέσιμο στο https://archive.org/details/dasverwaltungss00goldgoog

[100] Από τις πρώτες αποφάσεις του ΣτΕ 236/1931

[101] ΣτΕ 433/1936

[102] Συμεωνίδης Ιωάννης, Η διόγκωση της κυρωτικής λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και η αμφισβήτηση της συνταγματικότητάς της, ΔιΔικ 1992 495, 500-501, βλ. ΣτΕ 257/1987, 688/1987, σύμφωνα με την οποία «η απαγόρευση λειτουργίας επιχείρησης αποτελεί διοικητική κύρωση, υπαγορευόμενη εκ λόγων δημοσίου συμφέροντος και επιβαλλόμενη υπό διοικητικών οργάνων εις τα οποία ανατίθεται η σχετική εξουσία από τον νομοθέτη…..είναι ανεξάρτητος της παρεπόμενης ποινής, την οποία δύναται να επιβάλλει το ποινικός δικαστής», 1829/1987, «Η …ανάθεση σε διοικητικά όργανα της διαπιστώσεως αγορανομικής παράβασης και επιβολής ……διοικητικής ποινής του προς΄τιμου και μάλιστα ανεξαρτήτως της τυχόν ποινικής ευθύνης των παραβατών, η οποία διαπιστούται υπό των ποινικών δικαστηρίων ουδόλως συνιστά ρύθμιση ενέχουσα παράβαση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος αρχής της διάκρισης των εξουσιών», βλ συναφώς ΣτΕ 2723, 2728,3146/1987,

[103] Δαγτόγλου Πρόδρομος, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 7η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014, σ. 408, ΣτΕΟλ 1442/1991, 1562/1979, 2555,1560/1999

[104] ΣτΕΟλ 1825/1954, 581/1981,

[105] Δαρζέντας Μιχαήλ, Η αυτονομία του πειθαρχικού δικαίου των δημοσίων υπαλλήλων, ΕΔΔ 1989, σ.5 επ.

[106] Λύτρας Σωτήρης, Η έννοια των διοικητικών προστίμων και η συνταγματικότητα της επιβολής τους, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1986, σ. 12

[107] Άραγε υπάρχουν κυρώσεις που δεν φέρουν τιμωρητικό χαρακτήρα; Χρήσιμη η κατά περιόδους διάρθρωση ιστορία των κυρώσεων και ιδίως η πρώτη, κατά την οποία πολλές φορές τα δικαστήρια αρνούνταν τον τιμωρητικό χαρακτήρα τους (βλ. χαρακτήρας αποζημιωτικός ή προς συμμόρφωση με τις ενέργειες της διοίκησης)

[108] Sauvé Jean-Marc, Les sanctions administratives en droit public français état des lieux, problèmes et perspectives, AJDA 2001 16

[109] Considérant que ces exigences ne concernent pas seulement les peines prononcées par les juridictions répressives mais s’étendent à toute sanction ayant le caractère d’une punition même si le législateur a laissé le soin de la prononcer à une autorité de nature non judiciaire

[110] Απόφαση CC  88-248 DC της 17ης Ιανουαρίου 1989 , σκ. 27, n° 89-260 DC της 28ης Ιουλίου 1989 του  Conseil Constitutionnel που αφορά κυρώσεις που επιβάλλει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Commission des opérations de bourse), σκ. 6, ο.π. Δελλής, 894, απόφαση n° 96-378 DC  της 23 Ιουλίου 1996, που αφορά κυρώσεις που επιβάλλει η Ρυθμιστική Αρχή Τηλεπικοινωνιών (L’ Autorité de régulation des télécommunications), σκ. 15, Moderne Franck, Le pouvoir de sanction administrative au confluent du droit interne et des droits européens, RFDA 1997, 1, 8,

[111] Την απόφαση 89-260 DC της 28ης Ιουλίου 1989 του  Conseil Constitutionnel ακολούθησε επί ελληνικού εδάφους η ΣτΕ 2775/1989, σύμφωνα με την οποία «η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας δια του μέτρου της προσωρινής κράτησης ου οφειλέτη για χρέη του προς το Δημόσιο δεν μπορεί ενόψει και του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος να είναι αντικείμενο διοικητικής ενέργειας αλλά πρέπει να διατάσσεται από δικαστήριο. […] πάντως το ζήτημα της συνταγματικότητας του μέτρου δεν διέπεται από τη ρύθμιση του άρθρου 6 του Σ, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις των αξιόποινων πράξεων». Η τελευταία αυτή απόφαση ευθυγραμμίστηκε πλήρως με την ως άνω απόφαση του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου.

[112] Βλ. CC 88-248 DC της 17ης Ιανουαρίου 1989,  CC 89-260 DC της 28ης Ιουλίου 1989 τα οποία προστατεύονται και επί φορολογικών κυρώσεων, βλ. CC 89-268 DC της 29ης Δεκεμβρίου 1989,  CC 90-285 DC της 28ης Δεκεμβρίου 1990, και στα οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμα να αιτηθεί ο διοικούμενος της αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης (κύρωσης), βλ. CC 86-224 DC της 23ης Ιανουαρίου 1987, ΔΕΚ C-46/87 και 277/88 (συνεκδικ), Hoechst AG κατά Επιτροπής, C-374/87, Orkem κατά Επιτροπής, C-57/02 P, Acerinox κατά Επιτροπής για το δικαίωμα της μη-αυτοενοχοποίησης,

[113] CC 87-237 DC της 30ης Δεκεμβρίου 1987, CC 93-321 DC της 20ης Ιουλίου 1993, με την έννοια ότι η κύρωση δεν πρέπει να παρίσταται προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να δικαιολογήσουν τέτοια μέτρα (εν προκειμένω αφορούσε κύρωση απώλειας δικαιώματος απόκτησης γαλλικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς) κατά παράβαση του άρθρου 8 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη

[114] Απόφαση CC  88-248 DC της 17ης Ιανουαρίου 1989

[115] Απόφαση CC  82-155 DC της 30ης Δεκεμβρίου 1982

[116] Απόφαση CC  99-411 DC της 16ης Ιουνίου 1999, εντούτοις η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης δεν εμποδίζει την επιβολή κύρωσης σε απορροφώσα εταιρεία για παραβάσεις, στις οποίες υπέπεσε η απορροφόμενη εταιρεία πριν την εξαγορά, βλ. CE Sect. 22 Novembre 2000, Sté Crédit agricole Indosuez-Chevreux

[117] Απόφαση CC  93-325 DC της 13ης Αυγούστου 1993

[118] C-238/99, Limburgse Vinyl Maatschappij (LVM) κατά Επιτροπής

[119] Η οποία, ωστόσο στο γαλλικό δίκαιο, όπως θα δούμε και στο Β μέρος της παρούσας μελέτης, δεν απαγορεύει τη σώρευση διοικητικής και ποινικής κύρωσης, υπό την προϋπόθεση ότι η δεύτερη χρονικά κύρωση θα επιβληθεί υπό το πρίσμα της αρχής της αναγκαιότητας των ποινών, ήτοι το συνολικό ποσό του προστίμου δεν υπερβαίνει το υψηλότερο από μία από τις επιβαλλόμενες κυρώσεις

[120] Στασινόπουλος Μ., Ο αληθής χαρακτήρας των διοικητικών ποινών, ΑρχΝ 1950, σ. 89 90

[121] Από τη φύση των πειθαρχικών παραβάσεων δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί και προσδιορισθεί εκ των προτέρων, εφόσον πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε παράβαση υπαλληλικών υποχρεώσεων είτε προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου είτε όχι, για το λόγο αυτό και η επιχειρηθείσα  απαρίθμηση στο πεδίο του πειθαρχικού δικαίου είναι μόνο ενδεικτική, βλ. Αγγελόπουλο Θ., Δίκαιον των Πολιτικών Υπαλλήλων εν Ελλάδι (Τεύχος Α και Β), Αθήνα, 1913-1914, σ. 266

[122] ο.π. Αγγελόπουλο, σ. 267

Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2775/2016 Α΄ Τμ.-Η φύση της χρηματικής παροχής του αρ. 931 ΑΚ

Υπό δημοσίευση στο περιοδικό Διοικητική Δίκη, τεύχος 4/2017

Α. Η νομολογία των δικαστηρίων προ της ΑΠ 670/2006-Η 931 ΑΚ προβλέπει αποζημίωση για μέλλουσα περιουσιακή ζημία του παθόντος

Ως προς το ζήτημα της φύσης της αποζημίωσης της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, η νομολογία του Αρείου Πάγου (στο εξής ΑΠ), διακρίνεται σε δύο περιόδους. Αρχικά δέχτηκε, ότι το 931 ΑΚ μπορεί να θεμελιώσει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης για την μέλλουσα περιουσιακή ζημία του παθόντος1, αν η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται σε αυτόν επιδρά στο οικονομικό μέλλον του, ήτοι στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής του ζωής2, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να καλυφθεί πλήρως με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ3. Για την θεμελίωση της αποζημίωσης αυτής απαιτούνται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντα, απαιτείται δηλαδή να συντρέξουν περιστατικά ιδιάζοντα, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στο οικονομικό μέλλον του4. Για το παραδεκτό δε της προβολής του εν λόγω αγωγικού αιτήματος πρέπει στην αγωγή να εκτίθενται τα συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ο τρόπος με τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του παθόντος καθώς και το είδος και το ύψος της εκ του λόγου αυτού ζημίας κατά τρόπο που δεν μπορεί να καλυφθεί από τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ5.

Η νομολογία του ΑΠ, σχετικά σταθερή μέχρι και το 2006, εμφορείται από την ιστορία της διάταξης του αρ. 931 ΑΚ, η οποία προ της τροποποίησής της με τον ν. 1329/1983, περιείχε στο τέλος τη φράση ««ιδία δε εις την αποκατάστασιν γυναικός» και αφορούσε την οικονομική αποκατάσταση6 γυναίκας που είχε υποστεί παραμόρφωση ή αναπηρία και αποτελούσε ξεχωριστή αξίωση της παθούσης πέρα από εκείνες που ήταν δυνατό να προβληθούν με τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ7. Με το άρθρο 8 του ν. 1329/83 αντικαταστάθηκε το άρθρο αυτό και στη νέα διατύπωση απαλείφθηκε η ως άνω φράση, με την αιτιολογία, ότι θίγει την αξιοπρέπεια της γυναίκας89. Ωστόσο, και κατά την μεταβατική περίοδο μετά τον νόμο 1329/83, η άγαμη γυναίκα που είχε υποστεί αναπηρία ή παραμόρφωση συνεπεία τραυματισμού της από αδικοπραξία, δικαιούνταν να αξιώσει δυνάμει της νέας διάταξης και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 914 επ. ΑΚ αποζημίωση για τη μείωση των πιθανοτήτων να δημιουργήσει οικογενειακή αυτοτέλεια και να ενισχύσει την οικονομική της δύναμη με το συνάψει γάμο που επέρχεται ως συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αυτής, γιατί η μείωση των πιθανοτήτων αυτών δεν έπαυσε να υπάρχει, ως φαινόμενο της κοινωνικής πραγματικότητας, από μόνη την κατάργηση της προίκας και την τροποποίηση του νόμου10.

Παρά το γεγονός ότι στο σύνολό της η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων έκρινε, ότι η 931 ΑΚ αποτελεί διάταξη που καθιδρύει αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας (μελλοντικής)11 και όχι ηθικής βλάβης12, εντούτοις υπήρξαν και εκείνες οι αποφάσεις που έθεταν εν αμφιβόλω το κατά πόσο το χρηματικό κονδύλι της 931 ΑΚ δύναται να καλύπτει περιουσιακή ζημία εφόσον δεν δύναται αυτή να προσδιοριστεί επαρκώς. Η ΑΠ 739/199613 συσχετίζει την χρηματική ικανοποίηση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ με εκείνη της 932 ΑΚ ορίζοντας ρητά «Η εκ του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση και η εκ του άρθρου 932 ΑΚ τοιαύτη είναι προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του παθόντος και ως εκ τούτου η εύλογη αποζημίωση δύναται να εκδικασθεί δι’ ενιαίου χρηματικού ποσού». Με τον τρόπο αυτό η απόφαση όχι μόνο συσχετίζει τις δύο διατάξεις αλλά υπονοεί, ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για δύο αυτοτελείς αξιώσεις αλλά για μία ενιαία14. Εάν ωστόσο δεχτούμε την άποψη, ότι η αυτοτελής αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ σκοπεί στην αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας, τότε σε δεύτερο χρόνο γεννάται και νέο ερώτημα. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης ή εύλογη; Εάν δεν προβλέπεται ρητώς στο νόμο η αποζημίωση που παρέχεται σε περίπτωση αδικοπραξίας για αποκατάσταση υλικής ζημίας είναι κατά κανόνα πλήρης και αποκαθιστά ολόκληρη την περιουσιακή ζημία που συνδέεται με το ζημιογόνο γεγονός15. Εντούτοις, τόσο το γράμμα της ίδιας της διάταξης όσο και η νομολογία δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα κριτήρια, με βάση τα οποία θα επιδικάζεται στον παθόντα ένα συγκεκριμένο ποσό και οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου όταν επιδικάζουν το χρηματικό κονδύλι της 931 ΑΚ δεν αιτιολογούν επαρκώς τον προσδιορισμό του ύψους του ποσού της αποζημίωσης16. Έτσι, η νομολογία του ΑΠ δέχεται, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση από αναπηρία αποτελεί τη βάση για τη γέννηση αυτοτελών αξιώσεων, εκείνη των άρθρων 929 και 932 ΑΚ καθώς και εκεί του άρθρου 931 ΑΚ, χωρίς να διακρίνει μεταξύ τους τόσο σε επίπεδο πραγματικού όσο και σε επίπεδο έννομων συνεπειών. Στο επίπεδο του πραγματικού η νομολογία αναφέρεται στην στοιχειοθέτηση ιδιαζόντων περιστατικών, τα οποία ωστόσο μπορεί να συντρέχουν και για την εφαρμογή των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, ενώ στο πεδίο των συνεπειών, η αναπηρία ή η παραμόρφωση θεωρείται ότι επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η εν λόγω επιπτώσεις να προσμετρούνται και στην καταβολή αποζημίωσης των διατάξεων 939 και 932 ΑΚ17. Τη θέση της νομολογίας του ΑΠ και γενικότερα των πολιτικών δικαστηρίων (με όλα τα προβλήματα που φαίνεται πως ανακύπτουν) ακολουθούν τόσο τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια όσο και το ΣτΕ κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο παθών θα επικαλεστεί τα ιδιάζοντα εκείνα περιστατικά δυνάμει των οποίων θα αποδειχθεί ότι η αναπηρία επιδρά σημαντικά στο οικονομικό μέλλον του18.

Εντούτοις, η θεωρία είχε διαφορετική άποψη, η οποία βρισκόταν στον αντίποδα της νομολογίας του ΑΠ. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο νομοθέτης δεν φαίνεται να αποσκοπεί στην δημιουργία νέας αυτοτελούς αξίωσης, εφόσον κατ’ εφαρμογή των άρθρων 929 σε συνδυασμό με 297 και 298 ΑΚ αποκαθίσταται στο σύνολό της η περιουσιακή ζημία του παθόντος, στην οποία περιλαμβάνεται εκτός από την θετική και αποθετική ζημία που έχει επέλθει19 και η μελλοντική ζημία20, συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αποκατάστασης οποιασδήποτε ζημίας με το άρθρο 931 αλλά περισσότερο μία υπόμνηση στον δικαστή κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης να λάβει υπόψη την αναπηρία ή την παραμόρφωση και το βαθμό επίδρασής τους στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή στην επαγγελματική, κοινωνική, οικονομική, κλπ εξέλιξή του21. Κατά τον Κορνηλάκη22 μάλιστα το 931 ΑΚ είναι θεωρητικά περιττό εφόσον η μελλοντική ζημία καλύπτεται ήδη βάση των άρθρων 929 και 298 ΑΚ αλλά κρίνεται σκόπιμη η νομοθετική υπογράμμιση που εμπεριέχει προκειμένου τα δικαστήρια να επιδικάσουν πέρα από την αποδεικνυόμενη μελλοντική περιουσιακή ζημία των άρθρων 929, 297, 298 ΑΚ και υψηλότερα ποσά λόγω ηθικής βλάβης. Ο Δωρής μάλιστα προβαίνει σε τριμερή διάκριση των επιχειρημάτων υπέρ της άποψης ότι η 931 ΑΚ δεν εισάγει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης: α) από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης συνάγεται πως όταν ο νόμος αναφέρει κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης εννοεί αποζημίωση από άλλη διάταξη νόμου, χωρίς να είναι διόλου τυχαία η επιλογή της οριστικής αντωνυμίας της πριν τη λέξη αποζημίωση, β) στη συστηματική κατάταξη της διάταξης στο κεφάλαιο των αδικοπραξιών, ως τελευταία μιας ενότητας τριών διατάξεων (929,930,931 ΑΚ) από τις οποίες παράτιτλο έχει μόνο η πρώτη (σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας), η οποία έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας του άρθρου 929 ΑΚ, στην οποία αναφέρεται τόσο το άρθρο 930 όσο και το άρθρο 931 ΑΚ23, γ) η ιστορική ερμηνεία της διάταξης, η οποία μετά την αντικατάσταση της από τον ν. 1329/1983 που κατήργησε την φράση ιδίαν εις αποκατάσταση γυναικός, έθεσε τέρμα στο ζήτημα της αυτοτελούς αξίωσης για αποζημίωση γυναίκας που υπέστη την αναπηρία ή την παραμόρφωση, δ) η ratio της 931 ΑΚ η οποία αποσκοπεί στο να υπενθυμίσει στον εκάστοτε εφαρμοστή του δικαίου, τον δικαστή εν προκειμένω, κατά τον υπολογισμό της προς αποκατάσταση ζημίας να λάβει υπόψη του την αναπηρία ή την παραμόρφωση ως παράγοντα που επιδρά δυσμενώς στη μελλοντική ζωή του παθόντος.

Β. Η νομολογία του ΑΠ μετά την ΑΠ 670/2006 – Στη διάταξη 931 ΑΚ δεν θεμελιώνεται αποζημίωση αλλά αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της κοινωνικής απαξίωσης από την πρόκληση αναπηρίας ή παραμόρφωσης

Την μεταστροφή στη νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρο 931 ΑΚ εγκαινίασε η με αριθμό ΑΠ 670/2006 απόφαση, η οποία διαχώρισε την χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ από την πρόκληση περιουσιακής ζημίας στον παθόντα24. H 931 AK θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση του παθόντος για χρηματική παροχή στην περίπτωση αναπηρίας ή παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του. Το οφειλόμενο ποσό είναι εύλογο και προσδιορίζεται με βάση την ηλικία του παθόντος και το βαθμό της αναπηρίας του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν συνιστά αποζημίωση περιουσιακής ζημίας ούτε ικανοποίηση ηθικής βλάβης του παθόντος κατά τη νεότερη νομολογία του ΑΠ. Βάση της επιδίκασής της αποτελεί η προστασία της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας του προσώπου που βρίσκουν συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 21 παρ. 3 και 6 Σ και ως συνταγματικά προστατευόμενα έννομα αγαθά χρήζουν προστασίας ανεξάρτητα από την πρόκληση περιουσιακής ζημίας25, έτσι η αξίωση της 931 ΑΚ παρέχεται στον ζημιωθέντα που κατέστη ανάπηρος ή παραμορφώθηκε ανεξάρτητα από την πρόκληση ή μη περιουσιακής ζημίας, λόγω αυτής καθαυτής της βλάβης που υπέστη στην υγεία του26. Ωστόσο κατά τα πρώτα χρόνια η νομολογία δεν φαίνεται να πείθεται από τις παραδοχές της ΑΠ 670/2006. Σύντομα, ακολούθησε η ΑΠ Ολ 18/200827, η οποία επιστρέφει σε κρίσεις της πρώτης περιόδου και δέχεται, ότι η αποζημίωση του 931 ΑΚ αφορά αποζημίωση για κάλυψη περιουσιακής ζημίας που δεν καλύπτεται από την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ. Ωστόσο, ισχυρή ήταν και η μειοψηφία της απόφασης28, η οποία υποστήριξε ότι η αξίωση της 931 ΑΚ αναφέρεται στην αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας όχι όμως εκείνης που καλύπτει η 932 ΑΚ, αλλά μίας (τρίτης;) κατηγορίας ζημία που οφείλεται στην κοινωνική απαξίωση του παθόντος λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που έχει υποστεί. Η κρίση της πλειοψηφίας της ως άνω απόφασης δεν επαναλήφθηκε παρά μόνο σε αποφάσεις που αφορούσαν εργατικά ατυχήματα (και η ΑΠ Ολ 18/2008 αφορούσε εργατικό ατύχημα), ενώ στις λοιπές περιπτώσεις η νομολογία φαίνεται πως παγιώθηκε ως προς την φύση της αξίωσης του αρ. 931 ΑΚ. Ωστόσο, και η νεότερη ερμηνεία της διάταξης από τα δικαστήρια δεν δύναται να θεραπεύσει τις δυσχέρειες που προκαλεί η ιδιόρρυθμη 931 ΑΚ. Λιγότερα προβλήματα ανακύπτουν σε περιπτώσεις όπου ο τραυματισμός και η συνακόλουθη πρόκληση αναπηρίας ή παραμόρφωσης δεν συνοδεύεται από απώλεια εισοδημάτων, όπως για παράδειγμα όταν ο παθών είναι μικρό παιδί ή συνταξιούχος, διότι τα εισοδήματα είναι μάλλον λίγο πολύ δεδομένα. Στις περιπτώσεις αυτές μία κατ΄ αποκοπή αποζημίωση, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται με βάση την ηλικία και το βαθμό αναπηρίας ή παραμόρφωσης φαίνεται μάλλον πρόσφορη29. Τα προβλήματα ανακύπτουν εάν παράλληλα με την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία του άρθρου 929 και με εκείνη της ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ επιδικάζεται και ένα άλλο sui generis χρηματικό κονδύλι του αρ. 931 ΑΚ, το οποίο δεν εμπίπτει ούτε στο πεδίο της περιουσιακής ούτε στο πεδίο της μη περιουσιακής ζημίας δημιουργώντας μία τρίτη κατηγορία, η οποία κατά τη Ζερβογιάννη30 δημιουργεί ένα ρήγμα στο δόγμα του δικαίου σχετικά με την αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές είναι προφανές, ότι υπάρχει ο κίνδυνος επιδίκασης διπλής αποζημίωσης στο μέτρο που η μελλοντική ζημία που καλύπτει η 931 ΑΚ και η οποία είναι δυσχερώς προσδιορίσιμη, καλύπτεται από την αποζημίωση τόσο του άρθρου 929 όσο και του άρθρου 932 ΑΚ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νομολογία των δικαστηρίων η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης αφού είναι δύσκολο να συνδεθεί με συγκεκριμένη ζημία. Τούτο άλλωστε προκύπτει και από τις προϋποθέσεις του ορισμένου προβολής με το δικόγραφο της αγωγής του χρηματικού κονδυλίου της 931 ΑΚ. Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, πρέπει εκτός των άλλων να τονίζεται, ότι η χρηματική ικανοποίηση που επιδιώκεται είναι συνέπεια, όχι της ανικανότητας για εργασία και απόκτησης από αυτής εισοδημάτων, άλλωστε αυτό αποτελεί βάση της αξίωσης του άρθρου 929 ΑΚ, αλλά ειδικά συνέπεια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης. Πρέπει δηλαδή να εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν πια την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, ο τρόπος με τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει όχι μόνο το οικονομικό και το επαγγελματικό αλλά κυρίως το κοινωνικό μέλλον, υπό την έννοια της κοινωνικής ανέλιξης και της κοινωνικής ένταξης του παθόντος, καθώς και να προσδιορίζει τις δυσμενείς συνέπειες που υφίσταται αυτός εξαιτίας της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του. Απαιτούνται δηλαδή ιδιάζοντα περιστατικά εκτός και πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 από τα οποία γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην μελλοντική ζωή του31, η δε αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής32.

Η αποζημίωση που επιδικάζεται με βάση την 931 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα πρόσθετης κατ’ αποκοπή αποζημίωσης33, χωρίς να γίνεται μερικότερη διάκριση κατά ποσό για τη μείωση των δυνατοτήτων της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξής του παθόντος. Με την 931 ΑΚ ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης34.

Η σχολιαζόμενη απόφαση, επαναλαμβάνει στη μείζονα πρόταση του σκεπτικού της, την νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων όπως διαμορφώθηκε (και επηρεάστηκε) μετά την ΑΠ 670/2006. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του, είναι δε δυνατόν να θεμελιώσει, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου, κατά τρόπο που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς από τις παροχές των διατάξεων των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ35. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία του παθόντος καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης36. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του Α.Κ. – όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του -, αφού η χρηματική παροχή του άρθρου 931 Α.Κ. στην πραγματικότητα δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω προσδιοριστικούς παράγοντες37.

35 ΣτΕ

Άσπα Θεοχάρη, δικηγόρος, LLM Eur

1 ΑΠ 1073/2001, 1225/2002, ΝΟΜΟΣ

2 Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο,Αθήνα; Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2002, σ. 632.

3 ΑΠ 839/1993 Δ/νη 1995 134, ΑΠ 275/1995 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 840/1998, ΝοΒ 2000 34, ΑΠ 1811/1998 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2828/2003 ΝΟΜΟΣ

4 Ζερβογιάννη Ε., παρατηρήσεις στην ΑΠ 123/2010 [αποζημίωση σε περίπτωση αναπηρίας], ΕφΑΔ 7/2011 743, ΑΠ 1073/2001 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 197/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1379/2004 ΧρΙΔ 2005 327, ΑΠ 122/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 526/2006 ΕλλΔνη 2006 998

5 Α.Π. 1166/1975 ΝοΒ 1975 30, Εφ. Αθηνών 961/2003 ΝοΒ 2003 872, ΔεφΑθ 4453/2003

6Η ιστορία της διάταξης επηρέασε την κρίση κατά την πρώτη περίοδο της νομολογίας του ΑΠ, ότι η 931 ΑΚ κατατείνει στην ικανοποίηση (μελλοντικής) περιουσιακής ζημίας

7 Επικρατούσε η αντίληψη η οποία καταγράφηκε στο νόμο και αποτυπώθηκε στη νομολογία των δικαστηρίων, ότι ένα πρόσωπο που ανήκει σε χαμηλότερη οικονομική τάξη, συγκεκριμένα η γυναίκα, επιδιώκει να βελτιώσει τη θέση της συνάπτοντας γάμο με πρόσωπο ανώτερης οικονομικής τάξης για να απολαύσει τα ωφελήματα του τελευταίου. Συνεπεία ενός σοβαρού τραυματισμού που θα προκαλούσε αναπηρία ή παραμόρφωση η παθούσα θα αναγκαζόταν ή να μην τελέσει καθόλου γάμου γιατί δεν θα βρίσκεται πρόσωπο του άλλου φύλου διατεθειμένο να προβεί με αυτή σε γάμο ή να τελέσει γάμο υπολειπόμενο σε βαθμό οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης εκείνου τον οποίο το συγκεκριμένο πρόσωπο θα μπορούσε να τελέσει εάν δεν συνέβαινε ο τραυματισμός, βλ. Σχόλιο Κρητικού σε ΑΠ 1320/1988 ΕλλΔ 1990 777 781

8 Με τον ίδιο νόμο καταργήθηκε και ο θεσμός της προίκας

9 ο.π. σχόλιο Κρητικού σε ΑΠ 1320/1988 777

10 Βλ. ΑΠ 1320/1988 ΕλλΔ 1990 775 (αφορά αποζημίωση που ζήτησε γυναικά με το αιτιολογικό ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωσή της δυσχεραίνουν την εξεύρεση συζύγου πέραν της χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, που υπέστη και που περιλαμβάνει και τη δυσχέρανση του γάμου) όπου αναφέρει ρητά ότι “Η ερμηνεία αυτή της νέας διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος Ν.1329/1983 (άρθρο 17) διατηρεί, με την τροποποίηση του άρθρου 1499 ΑΚ που έχει αριθμηθεί ως άρθρο 1509, το θεσμό της γονικής παροχής που γίνεται με σκοπό τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής (που γίνεται κυρίως με το γάμο του τέκνου) αυτοτέλειας και προβλέπει (άρθρο 64) τη διατήρηση των ασφαλιστικών παροχών από φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως ως παροχών για τη δημιουργία ή την ενίσχυση και επαγγελματικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας. Οι αναπηρίες και παραμορφώσεις αυτές επιδρούν στη μείωση της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης που είναι σε νεαρή ηλικία,γιατί επιδρούν δυσμενώς στις κοινωνικές συναναστροφές και γενικά την κοινωνική της εξέλιξη, η οποία, ανεξάρτητα από το φύλο του ανθρώπου επιδιώκεται και επιτυγχάνεται μέσω και του γάμου, ο οποίος για την αναιρεσίβλητη θα είναι για τους ανωτέρω λόγους,ιδιαίτερα δυσχερής, χωρίς κάποιο ποσό που θα εχρησίμευε στη δημιουργία μιας οικονομικής βάσεως, που θα έδιδε την υπόσχεση να κάμει ευχερέστερο το γάμο αυτό”

11 Βλ. ΑΠ 840/1998 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2598/1999 ΕλλΔνη 2001 176, ΕφΘεσς/νίκης 2738/1990 ΑΡΜ 1991 134, ΕφΘεσνίκης 4512/1988 ΑΡΜ 1988 1109

12 Σε αυτό το σημείο συμφωνεί και η θεωρία που δέχεται ότι η 931 ΑΚ είναι διάταξη που δεν ιδρύει καθόλου ευθύνη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μόνη εφαρμοστέα διάταξη ως προς αυτό είναι η 932 ΑΚ, βλ. Γεωργιάδης, ο.π. Βοσινάκης, Φίλιος, Δεληγιάννης/Κορνηλάκης)

13 ΕλλΔνη 1997 67

14 Δωρής Φ., σχόλιο στην ΑΠ 840/1998 ΝοΒ 2006 36 37

15 Ο.π. Κορνηλάκης, σ. 633-634

16 Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ΑΠ 1466/2003, ΑΠ 78/2002, ΑΠ 477/2001, ΝΟΜΟΣ, αντίθετη ωστόσο νομολογία ΑΠ 839/1993, ΕλλΔνη 1995 134 (Ταυτόχρονα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα του ύψους της ζημίας του παθόντος, από την αναπηρία του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε ότι η ζημία ανέρχεται στο παραπάνω χρηματικό ποσό, χωρίς να αναφέρει τους επί μέρους λόγους και τους τρόπους, κατά τους οποίους προκύπτει το κονδύλιο αυτό), ΔΕφΑθ 3436/2002 (όπου αναφέρει…. κατ΄ άρθρο 931 του Α.Κ. επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο πρόσθετη αποζημίωση ύψους 3.000.000 δραχμών που είναι εύλογη και αναγκαία για την επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή αποκατάσταση του εφεσίβλητου)

17 Ο.π. Δωρή 37, Κατά τον Δωρή παρά τον χαρακτηριστικό προσανατολισμό των ως άνω αποφάσεων στην αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής πλευράς του παθόντος, δηλαδή στην αντιμετώπιση της περιουσιακής τους ζημίας, δέχεται ότι ο ιδιαίτερος αυτός στόχος της 931 ΑΚ επιτυγχάνεται όχι μόνο με την ΑΚ 929 ΑΚ αλλά και με την ΑΚ 932 ΑΚ που όμως παρέχει δικαίωμα αποκατάστασης ηθικής βλάβης και όχι περιουσιακής ζημίας.

18 ΣτΕ 3463/2004 (…η διάταξη αυτή παρέχει βάση για αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως αν η αναπηρία επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, οι σχετικές δε επιπτώσεις δεν μπορεί να καλυφθούν με τις παροχές που προβλέπονται στα άρθρα 929 και 932 του Αστικού Κώδικα), ΔεφΑθ 3513/1997 (…πρέπει να προσδιορίζονται από τον ενάγοντα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η επίδραση της αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του, στο μέλλον του, καθώς και η έκταση της εντεύθεν περιουσιακής ζημίας του),

19 ΑΠ 16/2005 ΕλλΔνη 2005 735

20 ΑΠ 1516/2007 ΕλλΔνη 2009 695, ΑΠ 431/2005 ΕλλΔνη 2005 1058, ΑΠ 122/2006 ΝοΒ 2006 1010, βλ σχετική νομολογία Τριάντος Ν., ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2015, αρ. 929 1321

21 Βοσινάκης Α., σε ΑΣΤΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, αρ. 931 αρ. 1, Π. Φίλιος, Ενοχικό Δίκιο, γενικό μέρος, παρ. 186 Ε, 2,

22 Ο.π. Κορνηλάκης

23 Ο.π. Δωρής, σ 39

24 ΑΠ 670/2006, ΕΠΙ. ΔΙΚ. Ι.Α. 2006 233, σύμφωνα με την οποία «η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφ` όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητας προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων)», σκ. Ι

25 Κλάππας Η., ΑΚ 931 – Προϋποθέσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής – Επιδίκαση δαπανών νοσοκόμου ακόμη και όταν η σύζυγος προσέφερε τις σχετικές υπηρεσίες – Σχέση σωματικής αναπηρίας και ανικανότητας προς εργασία – Απαράδεκτο διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων εναγομένων – Απαράδεκτο διαζευκτικής ή επικουρικής έφεσης ως προς το πρόσωπο εφεσιβλήτου – Απαράδεκτο προσβολής απόφασης με έφεση μόνο για δικαστικά έξοδα. ΕφΠειρ 796/2008, Πειραϊκή Νομολογία, Τεύχος 1/2010, Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος, 29

26 Βλ. ΑΠ 1710/2010 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1432/2009 ΧρΙΔ 2010,440· ΑΠ 177/2008 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 268/2008 ΕΠολΔ 2008,376· ΑΠ 514/2007 ΤΝΠ Νόμος, ο π. Ζερβογιάννη

27 ΝΟΜΟΣ

28 Και ορθότερη κατά την κρίση της γράφουσας

29 Ο.π. Ζερβογιάννη

30 Ο.π. Ζερβογιάννη

31 ΑΠ 177/2008, 1848/2008, 514/2007, ΝΟΜΟΣ

32 ΑΠ 1435/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 725/2009, ΑΠ 268/2008,ΝΟΜΟΣ

33 Κρητικός Α. «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα» εκδ.2008 παρ.17 σελ.290 επ., ΟλΑΠ 18/2008 ΔΕΝ 2008 σελ.1329, ΑΠ 509/2013,ΑΠ 1273/2013,ΑΠ 1435/2013 , ΑΠ 1051/2011, ΑΠ 525/2011, ΑΠ 410/2011, ΑΠ 408/2011, ΑΠ 1710/2010, ΑΠ 1545/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2010 ΧρΙΔ 2010 σελ.26,ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 725/2009 ΝΟΜΟΣ, Εφ Δωδ 40/2015, ΕφΠειρ 87/2015, ΕφΠειρ 53/2012 ΝΟΜΟΣ

34 ΑΠ 123/2010 ΕφΑΔ 2011 743

35 ΣτΕ 119/2017 (Α)

36 ΣτΕ 877/2013

37 ΣτΕ 1717/2016, 2668/2015, 2937/2009,1437/2011

Νέος νόμος για την αποσυμφόρηση των φυλακών – Παραγραφή ποινών – Εξάλειψη αξιοποίνου

Σύμφωνα με το νόμο 4411/2016 που ψηφίστηκε στις 3 Αυγούστου του 2016 με στόχο την αποσυμφόρηση των φυλακών, εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31.3.2016: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές.

Επίσης, οι ποινές διάρκειας μέχρι 6 μηνών που επιβλήθηκαν με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις που κάποιος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης άνω των 6 μηνών, εφόσον οι επιμέρους ποινές, από τις οποίες προέκυψε η συνολική ποινή, είχαν διάρκεια μέχρι 6 μηνών.

Ενόψει των ανωτέρω, εάν κάποιος καταδικάστηκε για το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ σε συνολική ποινή φυλάκισης 9 μηνών, η οποία αποτελείται από μία ποινή 6 μηνών και μία ποινή 3 μηνών, τότε και αυτή η ποινή θα παραγραφεί βάσει του νέου νόμου και η σχετική δικογραφία θα πρέπει να τεθεί στο αρχείο.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι βασική προϋπόθεση διατήρησης αυτής της ευνοϊκής ρύθμισης για τον κατηγορούμενο, είναι να μην τελέσει άλλο αδίκημα σε διάστημα 2 ετών από την αρχειοθέτηση της υπόθεσής του και να μην καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης ανώτερη των 6 μηνών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι υποθέσεις ανασύρονται από το αρχείο και εκτελούνται κανονικά.

Παροχή υπηρεσιών μεταξύ συζύγων στην επιχείρηση του ενός – Μη συνδρομή προϋποθέσεων αξιοποίνου για μη καταβολή δεδουλευμένων, ελλείποντος του στοιχείου της σχέσης εργασίας μεταξύ τους- Αθώωση κατηγορουμένου για την πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων

Για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής διατάξεως που προβλέπει την κατά νόμο τιμωρία του εργοδότη που δεν καταβάλει τα δεδουλευμένα σε εργαζόμενό του, αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί μεταξύ άλλων και η ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας μεταξύ τους. Στην περίπτωση, επομένως, που δεν υφίσταται σχέση εργασίας, δεν υφίσταται και αντίστοιχη υποχρέωση περί καταβολής δεδουλευμένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος απασχολούσε αρχικά την εγκαλούσα ως υπάλληλο γραφείου με οχτάωρη απασχόληση επί πενθημέρου βάσεως. Μετά την τέλεση γάμου μεταξύ τους και την απόκτηση τέκνου, η εγκαλούσα διέκοψε την εργασία της, αποστασιοποιούμενη πλήρως από οποιαδήποτε παροχή εργασίας στην επιχείρηση του κατηγορουμένου-συζύγου της. Στο διάστημα που ακολούθησε τη διακοπή της εργασίας της και επί πέντε έτη, η εγκαλούσα περιοριζόταν στο να συνδράμει απλώς τον κατηγορούμενο, παρέχοντας περιστασιακές υπηρεσίες, βοηθητικού χαρακτήρα (τηλεφωνήματα, αποστολή e-mails κλπ). Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι, παρά την παροχή των περιστασιακών υπηρεσιών από την εγκαλούσα, αλλά και την (εικονική) συνέχιση της ασφάλισής της στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν υφίστατο ενεργή σχέση εργασίας μεταξύ τους, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να μη θεωρείται εργαζόμενη και επομένως ο κατηγορούμενος, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ενόψει των ανωτέρω ως εργοδότης, να μην υπέχει υποχρέωση προς καταβολή μισθών, επιδομάτων, ασφάλειας κ.ά.

Στην άνω κρίση του οδηγήθηκε το Δικαστήριο με το σκεπτικό ότι οι περιστασιακά και ευκαιριακά προσφερόμενες υπηρεσίες προς τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να θεωρηθούν ως παροχή εργασίας, τούτο δε διότι αφενός μεν η όποια συνδρομή της εγκαλούσας γινόταν στο πλαίσιο της υποχρέωσης συμβολής της στις κοινές με τον κατηγορούμενο οικογενειακές ανάγκες και πάντως δεν επρόκειτο για παροχή «εργασίας» με την έννοια που απαιτείται από τον πράγματι «εργαζόμενο», αφετέρου δε η πενταετής αποχή της από την εργασία της στην επιχείρηση του κατηγορουμένου συνιστά σιωπηρή εκ μέρους της καταγγελία της μέχρι πρότινος έγκυρης σύμβασης εργασίας της. Ενόψει των άνω παραδοχών, ο κατηγορούμενος ορθώς κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων.

Αγωγή διάρρηξης Τράπεζας σε βάρος οφειλέτη για καταδολιευτική μεταβίβαση (γονική παροχή) – Απόρριψη αγωγής λόγω μη συνδρομής προϋπόθεσης της πρόθεσης βλάβης της δανείστριας Τράπεζας

Υπ’αριθμ. 2952/2016 απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [τακτική διαδικασία]: Η απόφαση εκδόθηκε επί αγωγής Τράπεζας σε βάρος οφειλέτη της (εγγυητή) σε δάνεια συνολικού ύψους 330.000 Ευρώ, την οποία η Τράπεζα άσκησε ζητώντας τη διάρρηξη του συμβολαίου μεταβίβασης του οφειλέτη της, ο οποίος σε χρόνο μετά την ανάληψη της οφειλής του μεταβίβασε με γονική παροχή περιουσιακό στοιχείο του, ισχυριζόμενη ότι οφειλέτης προέβη στην άνω μεταβίβαση με δόλο, ώστε να μην απομείνει περιουσία που να επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας Τράπεζας.

Το Δικαστήριο απέρριψε εξ ολοκλήρου την αγωγή της Τράπεζας σε βάρος του οφειλέτη της, επιδικάζοντας το σύνολο των δικαστικών εξόδων σε βάρος της ενάγουσας Τράπεζας, κρίνοντας ότι ουδεμία πρόθεση βλάβης της Τράπεζας συνέτρεχε από μέρους του οφειλέτη της, καθώς ο τελευταίος ναι μεν γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης της Τράπεζας, που είχε γεννηθεί από τη σύμβαση πίστωσης, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε, ωστόσο μετά τη μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου του δεν περιήλθε σε οικονομική κατάσταση ώστε η εναπομένουσα περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας Τράπεζας. Επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση βλάβης της Τράπεζας, ως εκ τούτου δε, η σε βάρος του αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αποζημίωσης πελατείας μετά την λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας

Ο νόμος προβλέπει το δικαίωμα του εμπορικού αντιπροσώπου σε αποζημίωση μετά την λήξη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας λόγω της πελατείας την οποία αυτός κατάφερε να κερδίσει και την οποία μετά την λύση της σύμβασης εκμεταλλεύεται πλέον ο αντιπροσωπευόμενος.
Η αποζημίωση αυτή καλείται «αποζημίωση πελατείας» και προβλέπεται από το Π.Δ. 219/1991. Προϋποθέσεις επιδίκασης της αποζημίωσης πελατείας υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου μετά την λύση της σύμβασης είναι ο τελευταίος να έφερε νέους πελάτες κατά την διάρκεια της σύμβασης ή να προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες, ο δε αντιπροσωπευόμενος να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Εξάλλου, για την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει να τηρήσει την νόμιμη προθεσμία καταγγελίας η οποία είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και για τα επόμενα έτη. Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί η προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης, ο αντιπρόσωπος δικαιούται αποζημίωσης για τις προμήθειες που θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας καταγγελίας εάν αυτή είχε τηρηθεί.
Με την με αριθ. 1360/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έγινε δεκτό ότι ο αντιπρόσωπος δικαιούται αποζημίωσης πελατείας ακόμη και αν οι πωλήσεις παρουσίαζαν κατά τα τελευταία έτη διάρκειας της σύμβασης πτώση, εφόσον η πτώση αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, και ενόσω δεν είχε συμφωνηθεί κάποιο ελάχιστο όριο ετήσιων πωλήσεων.

Παράλληλα, με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί οφέλη από την πελατεία που κέρδισε για λογαριασμό του ο εμπορικός αντιπρόσωπος ανεξαρτήτως του αν οι συμβάσεις με τους εν λόγω πελάτες επιβιώνουν ή όχι, δοθέντος ότι όφελος για τον αντιπροσωπευόμενο υπάρχει και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με προοπτική κέρδους για αυτόν.
Το παραπάνω δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου το ποσό των 12.000 Ευρώ ως αποζημίωση πελατείας και το ποσό των 7.355,50 Ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, δηλαδή για τις προμήθειες τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος θα λάμβανε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το εξάμηνο της προθεσμίας καταγγελίας της σύμβασης εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε τηρήσει την προθεσμία αυτή.

Ο νόμιμος εκπρόσωπος κεφαλαιουχικής εταιρείας η οποία συμμετέχει ως ομόρρυθμο μέλος ετερόρρυθμης εταιρείας δεν υπέχει αστική ευθύνη για τις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου υποχρεώσεις της τελευταίας

Με την με αριθμό 255/2009 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας η οποία συμμετέχει ως ομόρρυθμο μέλος ετερόρρυθμης εταιρείας δεν υπέχει προσωπική αστική ευθύνη για τις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου υποχρεώσεις της τελευταίας.

Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν άσκησης εκ μέρους νομίμου εκπροσώπου ανώνυμης εταιρείας αίτησης ακυρώσεως εκτελεστής διοικητικής πράξης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. με θέμα την αρνητική απάντηση της τελευταίας στην αίτηση του πρώτου περί έκδοσης στο όνομά του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας. Η αρμόδια Δ.Ο.Υ αρνήθηκε την έκδοση του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας στον αιτούνται λόγω ύπαρξης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ετερόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμο μέλος της οποίας είναι η ανώνυμη εταιρεία της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο αιτών.

Το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην ακύρωση της διοικητικής πράξης άρνησης έκδοσης φορολογικής ενημερότητας κρίνοντας μεταξύ άλλων ότι οι διατάξεις με τις οποίες επιβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα οικονομικό βάρος για χρέη από φόρους νομικών προσώπων, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, οι δε διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και οι εκκαθαριστές ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, προσωπικώς και αλληλεγγύως για την καταβολή ορισμένων φόρων (φόρου εισοδήματος, παρακρατουμένων φόρων, φόρου προστιθέμενης αξίας, φόρου κύκλου εργασιών), υποκείμενο των οποίων είναι το ίδιο το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρειας, και όχι για την καταβολή του φόρου εισοδήματος ή άλλων φόρων, που οφείλει ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, στην οποία η ανώνυμη εταιρεία είναι ομόρρυθμος εταίρος.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Η ομάδα μαςΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣΥΝΔΕΣΜΟΙ EN