Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2775/2016 Α΄ Τμ.-Η φύση της χρηματικής παροχής του αρ. 931 ΑΚ

Υπό δημοσίευση στο περιοδικό Διοικητική Δίκη, τεύχος 4/2017

 

Α. Η νομολογία των δικαστηρίων προ της ΑΠ 670/2006-Η 931 ΑΚ προβλέπει αποζημίωση για μέλλουσα περιουσιακή ζημία του παθόντος

Ως προς το ζήτημα της φύσης της αποζημίωσης της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, η νομολογία του Αρείου Πάγου (στο εξής ΑΠ), διακρίνεται σε δύο περιόδους. Αρχικά δέχτηκε, ότι το 931 ΑΚ μπορεί να θεμελιώσει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης για την μέλλουσα περιουσιακή ζημία του παθόντος1, αν η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται σε αυτόν επιδρά στο οικονομικό μέλλον του, ήτοι στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής του ζωής2, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να καλυφθεί πλήρως με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ3. Για την θεμελίωση της αποζημίωσης αυτής απαιτούνται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντα, απαιτείται δηλαδή να συντρέξουν περιστατικά ιδιάζοντα, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στο οικονομικό μέλλον του4. Για το παραδεκτό δε της προβολής του εν λόγω αγωγικού αιτήματος πρέπει στην αγωγή να εκτίθενται τα συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ο τρόπος με τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του  παθόντος καθώς και το είδος και το ύψος της εκ του λόγου αυτού ζημίας κατά τρόπο που δεν μπορεί να καλυφθεί από τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ5.

Η νομολογία του ΑΠ, σχετικά σταθερή μέχρι και το 2006, εμφορείται από την ιστορία της διάταξης του αρ. 931 ΑΚ, η οποία προ της τροποποίησής της με τον ν. 1329/1983, περιείχε στο τέλος τη φράση ««ιδία δε εις την αποκατάστασιν γυναικός» και αφορούσε την οικονομική αποκατάσταση6 γυναίκας που είχε υποστεί παραμόρφωση ή αναπηρία και αποτελούσε ξεχωριστή αξίωση της παθούσης πέρα από εκείνες που ήταν δυνατό να προβληθούν με τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ7. Με το άρθρο 8 του ν. 1329/83 αντικαταστάθηκε το άρθρο αυτό και στη νέα διατύπωση απαλείφθηκε η ως άνω φράση, με την αιτιολογία, ότι θίγει την αξιοπρέπεια της γυναίκας89. Ωστόσο, και κατά την μεταβατική περίοδο μετά τον νόμο 1329/83, η άγαμη γυναίκα που είχε υποστεί αναπηρία ή παραμόρφωση συνεπεία τραυματισμού της από αδικοπραξία, δικαιούνταν να αξιώσει δυνάμει της νέας διάταξης και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 914 επ. ΑΚ αποζημίωση για τη μείωση των πιθανοτήτων να δημιουργήσει οικογενειακή αυτοτέλεια και να ενισχύσει την οικονομική της δύναμη με το συνάψει γάμο που επέρχεται ως συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αυτής, γιατί η μείωση των πιθανοτήτων αυτών δεν έπαυσε να υπάρχει, ως φαινόμενο της κοινωνικής πραγματικότητας, από μόνη την κατάργηση της προίκας και την τροποποίηση του νόμου10.

Παρά το γεγονός ότι στο σύνολό της η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων έκρινε, ότι η 931 ΑΚ αποτελεί διάταξη που καθιδρύει αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας (μελλοντικής)11 και όχι ηθικής βλάβης12, εντούτοις υπήρξαν και εκείνες οι αποφάσεις που έθεταν εν αμφιβόλω το κατά πόσο το χρηματικό κονδύλι της 931 ΑΚ δύναται να καλύπτει περιουσιακή ζημία εφόσον δεν δύναται αυτή να προσδιοριστεί επαρκώς. Η ΑΠ 739/199613 συσχετίζει την χρηματική ικανοποίηση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ με εκείνη της 932 ΑΚ ορίζοντας ρητά «Η εκ του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση και η εκ του άρθρου 932 ΑΚ τοιαύτη είναι προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του παθόντος και ως εκ τούτου η εύλογη αποζημίωση δύναται να εκδικασθεί δι' ενιαίου χρηματικού ποσού». Με τον τρόπο αυτό η απόφαση όχι μόνο συσχετίζει τις δύο διατάξεις αλλά υπονοεί, ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για δύο αυτοτελείς αξιώσεις αλλά για μία ενιαία14. Εάν ωστόσο δεχτούμε την άποψη, ότι η αυτοτελής αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ σκοπεί στην αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας, τότε σε δεύτερο χρόνο γεννάται και νέο ερώτημα. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης ή εύλογη; Εάν δεν προβλέπεται ρητώς στο νόμο η αποζημίωση που παρέχεται σε περίπτωση αδικοπραξίας για αποκατάσταση υλικής ζημίας είναι κατά κανόνα πλήρης και αποκαθιστά ολόκληρη την περιουσιακή ζημία που συνδέεται με το ζημιογόνο γεγονός15. Εντούτοις, τόσο το γράμμα της ίδιας της διάταξης όσο και η νομολογία δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα κριτήρια, με βάση τα οποία θα επιδικάζεται στον παθόντα ένα συγκεκριμένο ποσό και οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου όταν επιδικάζουν το χρηματικό κονδύλι της 931 ΑΚ δεν αιτιολογούν επαρκώς τον προσδιορισμό του ύψους του ποσού της αποζημίωσης16. Έτσι, η νομολογία του ΑΠ δέχεται, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση από αναπηρία αποτελεί τη βάση για τη γέννηση αυτοτελών αξιώσεων, εκείνη των άρθρων 929 και 932 ΑΚ καθώς και εκεί του άρθρου 931 ΑΚ, χωρίς να διακρίνει μεταξύ τους τόσο σε επίπεδο πραγματικού όσο και σε επίπεδο έννομων συνεπειών. Στο επίπεδο του πραγματικού η νομολογία αναφέρεται στην στοιχειοθέτηση ιδιαζόντων περιστατικών, τα οποία ωστόσο μπορεί να συντρέχουν και για την εφαρμογή των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, ενώ στο πεδίο των συνεπειών, η αναπηρία ή η παραμόρφωση θεωρείται ότι επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η εν λόγω επιπτώσεις να προσμετρούνται και στην καταβολή αποζημίωσης των διατάξεων 939 και 932 ΑΚ17. Τη θέση της νομολογίας του ΑΠ και γενικότερα των πολιτικών δικαστηρίων (με όλα τα προβλήματα που φαίνεται πως ανακύπτουν) ακολουθούν τόσο τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια όσο και το ΣτΕ κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο παθών θα επικαλεστεί τα ιδιάζοντα εκείνα περιστατικά δυνάμει των οποίων θα αποδειχθεί ότι η αναπηρία επιδρά σημαντικά στο οικονομικό μέλλον του18.

Εντούτοις, η θεωρία είχε διαφορετική άποψη, η οποία βρισκόταν στον αντίποδα της νομολογίας του ΑΠ. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο νομοθέτης δεν φαίνεται να αποσκοπεί στην δημιουργία νέας αυτοτελούς αξίωσης, εφόσον κατ’ εφαρμογή των άρθρων 929 σε συνδυασμό με 297 και 298 ΑΚ αποκαθίσταται στο σύνολό της η περιουσιακή ζημία του παθόντος, στην οποία περιλαμβάνεται εκτός από την θετική και αποθετική ζημία που έχει επέλθει19 και η μελλοντική ζημία20, συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αποκατάστασης οποιασδήποτε ζημίας με το άρθρο 931 αλλά περισσότερο μία υπόμνηση στον δικαστή κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης να λάβει υπόψη την αναπηρία ή την παραμόρφωση και το βαθμό επίδρασής τους στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή στην επαγγελματική, κοινωνική, οικονομική, κλπ εξέλιξή του21. Κατά τον Κορνηλάκη22 μάλιστα το 931 ΑΚ είναι θεωρητικά περιττό εφόσον η μελλοντική ζημία καλύπτεται ήδη βάση των άρθρων 929 και 298 ΑΚ αλλά κρίνεται σκόπιμη η νομοθετική υπογράμμιση που εμπεριέχει προκειμένου τα δικαστήρια να επιδικάσουν πέρα από την αποδεικνυόμενη μελλοντική περιουσιακή ζημία των άρθρων 929, 297, 298 ΑΚ και υψηλότερα ποσά λόγω ηθικής βλάβης. Ο Δωρής μάλιστα προβαίνει σε τριμερή διάκριση των επιχειρημάτων υπέρ της άποψης ότι η 931 ΑΚ δεν εισάγει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης: α) από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης συνάγεται πως όταν ο νόμος αναφέρει κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης εννοεί αποζημίωση από άλλη διάταξη νόμου, χωρίς να είναι διόλου τυχαία η επιλογή της οριστικής αντωνυμίας της πριν τη λέξη αποζημίωση, β) στη συστηματική κατάταξη της διάταξης στο κεφάλαιο των αδικοπραξιών, ως τελευταία μιας ενότητας τριών διατάξεων (929,930,931 ΑΚ) από τις οποίες παράτιτλο έχει μόνο η πρώτη (σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας), η οποία έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας του άρθρου 929 ΑΚ, στην οποία αναφέρεται τόσο το άρθρο 930 όσο και το άρθρο 931 ΑΚ23, γ) η ιστορική ερμηνεία της διάταξης, η οποία μετά την αντικατάσταση της από τον ν. 1329/1983 που κατήργησε την φράση ιδίαν εις αποκατάσταση γυναικός, έθεσε τέρμα στο ζήτημα της αυτοτελούς αξίωσης για αποζημίωση γυναίκας που υπέστη την αναπηρία ή την παραμόρφωση, δ) η ratio της 931 ΑΚ η οποία αποσκοπεί στο να υπενθυμίσει στον εκάστοτε εφαρμοστή του δικαίου, τον δικαστή εν προκειμένω, κατά τον υπολογισμό της προς αποκατάσταση ζημίας να λάβει υπόψη του την αναπηρία ή την παραμόρφωση ως παράγοντα που επιδρά δυσμενώς στη μελλοντική ζωή του παθόντος.

 

 

Β. Η νομολογία του ΑΠ μετά την ΑΠ 670/2006 – Στη διάταξη 931 ΑΚ δεν θεμελιώνεται αποζημίωση αλλά αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της κοινωνικής απαξίωσης από την πρόκληση αναπηρίας ή παραμόρφωσης

Την μεταστροφή στη νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρο 931 ΑΚ εγκαινίασε η με αριθμό ΑΠ 670/2006 απόφαση, η οποία διαχώρισε την χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ από την πρόκληση περιουσιακής ζημίας στον παθόντα24. H 931 AK θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση του παθόντος για χρηματική παροχή στην περίπτωση αναπηρίας ή παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του. Το οφειλόμενο ποσό είναι εύλογο και προσδιορίζεται με βάση την ηλικία του παθόντος και το βαθμό της αναπηρίας του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν συνιστά αποζημίωση περιουσιακής ζημίας ούτε ικανοποίηση ηθικής βλάβης του παθόντος κατά τη νεότερη νομολογία του ΑΠ. Βάση της επιδίκασής της αποτελεί η προστασία της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας του προσώπου που βρίσκουν συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 21 παρ. 3 και 6 Σ και ως συνταγματικά προστατευόμενα έννομα αγαθά χρήζουν προστασίας ανεξάρτητα από την πρόκληση περιουσιακής ζημίας25, έτσι η αξίωση της 931 ΑΚ παρέχεται στον ζημιωθέντα που κατέστη ανάπηρος ή παραμορφώθηκε ανεξάρτητα από την πρόκληση ή μη περιουσιακής ζημίας, λόγω αυτής καθαυτής της βλάβης που υπέστη στην υγεία του26. Ωστόσο κατά τα πρώτα χρόνια η νομολογία δεν φαίνεται να πείθεται από τις παραδοχές της ΑΠ 670/2006. Σύντομα, ακολούθησε η ΑΠ Ολ 18/200827, η οποία επιστρέφει σε κρίσεις της πρώτης περιόδου και δέχεται, ότι η αποζημίωση του 931 ΑΚ αφορά αποζημίωση για κάλυψη περιουσιακής ζημίας που δεν καλύπτεται από την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ. Ωστόσο, ισχυρή ήταν και η μειοψηφία της απόφασης28, η οποία υποστήριξε ότι η αξίωση της 931 ΑΚ αναφέρεται στην αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας όχι όμως εκείνης που καλύπτει η 932 ΑΚ, αλλά μίας (τρίτης;) κατηγορίας ζημία που οφείλεται στην κοινωνική απαξίωση του παθόντος λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που έχει υποστεί. Η κρίση της πλειοψηφίας της ως άνω απόφασης δεν επαναλήφθηκε παρά μόνο σε αποφάσεις που αφορούσαν εργατικά ατυχήματα (και η ΑΠ Ολ 18/2008 αφορούσε εργατικό ατύχημα), ενώ στις λοιπές περιπτώσεις η νομολογία φαίνεται πως παγιώθηκε ως προς την φύση της αξίωσης του αρ. 931 ΑΚ. Ωστόσο, και η νεότερη ερμηνεία της διάταξης από τα δικαστήρια δεν δύναται να θεραπεύσει τις δυσχέρειες που προκαλεί η ιδιόρρυθμη 931 ΑΚ. Λιγότερα προβλήματα ανακύπτουν σε περιπτώσεις όπου ο τραυματισμός και η συνακόλουθη πρόκληση αναπηρίας ή παραμόρφωσης δεν συνοδεύεται από απώλεια εισοδημάτων, όπως για παράδειγμα όταν ο παθών είναι μικρό παιδί ή συνταξιούχος, διότι τα εισοδήματα είναι μάλλον λίγο πολύ δεδομένα. Στις περιπτώσεις αυτές μία κατ΄ αποκοπή αποζημίωση, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται με βάση την ηλικία και το βαθμό αναπηρίας ή παραμόρφωσης φαίνεται μάλλον πρόσφορη29. Τα προβλήματα ανακύπτουν εάν παράλληλα με την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία του άρθρου 929 και με εκείνη της ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ επιδικάζεται και ένα άλλο sui generis χρηματικό κονδύλι του αρ. 931 ΑΚ, το οποίο δεν εμπίπτει ούτε στο πεδίο της περιουσιακής ούτε στο πεδίο της μη περιουσιακής ζημίας δημιουργώντας μία τρίτη κατηγορία, η οποία κατά τη Ζερβογιάννη30 δημιουργεί ένα ρήγμα στο δόγμα του δικαίου σχετικά με την αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές είναι προφανές, ότι υπάρχει ο κίνδυνος επιδίκασης διπλής αποζημίωσης στο μέτρο που η μελλοντική ζημία που καλύπτει η 931 ΑΚ και η οποία είναι δυσχερώς προσδιορίσιμη, καλύπτεται από την αποζημίωση τόσο του άρθρου 929 όσο και του άρθρου 932 ΑΚ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νομολογία των δικαστηρίων η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης αφού είναι δύσκολο να συνδεθεί με συγκεκριμένη ζημία. Τούτο άλλωστε προκύπτει και από τις προϋποθέσεις του ορισμένου προβολής με το δικόγραφο της αγωγής του χρηματικού κονδυλίου της 931 ΑΚ. Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, πρέπει εκτός των άλλων να τονίζεται, ότι η χρηματική ικανοποίηση που επιδιώκεται είναι συνέπεια, όχι της ανικανότητας για εργασία και απόκτησης από αυτής εισοδημάτων, άλλωστε αυτό αποτελεί βάση της αξίωσης του άρθρου 929 ΑΚ, αλλά ειδικά συνέπεια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης. Πρέπει δηλαδή να εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν πια την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, ο τρόπος με τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει όχι μόνο το οικονομικό και το επαγγελματικό αλλά κυρίως το κοινωνικό μέλλον, υπό την έννοια της κοινωνικής ανέλιξης και της κοινωνικής ένταξης του παθόντος, καθώς και να προσδιορίζει τις δυσμενείς συνέπειες που υφίσταται αυτός εξαιτίας της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του. Απαιτούνται δηλαδή ιδιάζοντα περιστατικά εκτός και πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 από τα οποία γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην μελλοντική ζωή του31, η δε αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής32.

Η αποζημίωση που επιδικάζεται με βάση την 931 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα πρόσθετης κατ’ αποκοπή αποζημίωσης33, χωρίς να γίνεται μερικότερη διάκριση κατά ποσό για τη μείωση των δυνατοτήτων της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξής του παθόντος. Με την 931 ΑΚ ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης34.

Η σχολιαζόμενη απόφαση, επαναλαμβάνει στη μείζονα πρόταση του σκεπτικού της, την νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων όπως διαμορφώθηκε (και επηρεάστηκε) μετά την ΑΠ 670/2006. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του, είναι δε δυνατόν να θεμελιώσει, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου, κατά τρόπο που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς από τις παροχές των διατάξεων των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ35. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία του παθόντος καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης36. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του Α.Κ. – όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του -, αφού η χρηματική παροχή του άρθρου 931 Α.Κ. στην πραγματικότητα δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω προσδιοριστικούς παράγοντες37.

35 ΣτΕ

 

Άσπα Θεοχάρη, δικηγόρος, LLM Eur

 

 

 1 ΑΠ 1073/2001, 1225/2002, ΝΟΜΟΣ

2 Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο,Αθήνα; Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2002, σ. 632.

3 ΑΠ 839/1993 Δ/νη 1995 134, ΑΠ 275/1995 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 840/1998, ΝοΒ 2000 34, ΑΠ 1811/1998 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2828/2003 ΝΟΜΟΣ

4 Ζερβογιάννη Ε., παρατηρήσεις στην ΑΠ 123/2010 [αποζημίωση σε περίπτωση αναπηρίας], ΕφΑΔ 7/2011 743, ΑΠ 1073/2001 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 197/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1379/2004 ΧρΙΔ 2005 327, ΑΠ 122/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 526/2006 ΕλλΔνη 2006 998 

5 Α.Π. 1166/1975 ΝοΒ 1975 30, Εφ. Αθηνών 961/2003 ΝοΒ 2003 872, ΔεφΑθ 4453/2003

6Η ιστορία της διάταξης επηρέασε την κρίση κατά την πρώτη περίοδο της νομολογίας του ΑΠ, ότι η 931 ΑΚ κατατείνει στην ικανοποίηση (μελλοντικής) περιουσιακής ζημίας

7 Επικρατούσε η αντίληψη η οποία καταγράφηκε στο νόμο και αποτυπώθηκε στη νομολογία των δικαστηρίων, ότι ένα πρόσωπο που ανήκει σε χαμηλότερη οικονομική τάξη, συγκεκριμένα η γυναίκα, επιδιώκει να βελτιώσει τη θέση της συνάπτοντας γάμο με πρόσωπο ανώτερης οικονομικής τάξης για να απολαύσει τα ωφελήματα του τελευταίου. Συνεπεία ενός σοβαρού τραυματισμού που θα προκαλούσε αναπηρία ή παραμόρφωση η παθούσα θα αναγκαζόταν ή να μην τελέσει καθόλου γάμου γιατί δεν θα βρίσκεται πρόσωπο του άλλου φύλου διατεθειμένο να προβεί με αυτή σε γάμο ή να τελέσει γάμο υπολειπόμενο σε βαθμό οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης εκείνου τον οποίο το συγκεκριμένο πρόσωπο θα μπορούσε να τελέσει εάν δεν συνέβαινε ο τραυματισμός, βλ. Σχόλιο Κρητικού σε ΑΠ 1320/1988 ΕλλΔ 1990 777 781

8 Με τον ίδιο νόμο καταργήθηκε και ο θεσμός της προίκας

9 ο.π. σχόλιο Κρητικού σε ΑΠ 1320/1988 777

10 Βλ. ΑΠ 1320/1988 ΕλλΔ 1990 775 (αφορά αποζημίωση που ζήτησε γυναικά με το αιτιολογικό ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωσή της δυσχεραίνουν την εξεύρεση συζύγου  πέραν της χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, που υπέστη και που περιλαμβάνει και τη δυσχέρανση του γάμου) όπου αναφέρει ρητά ότι “Η ερμηνεία αυτή της νέας διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος Ν.1329/1983 (άρθρο 17) διατηρεί, με την τροποποίηση του άρθρου 1499 ΑΚ που έχει αριθμηθεί ως άρθρο 1509, το θεσμό της γονικής παροχής που γίνεται με σκοπό τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής (που γίνεται κυρίως με το γάμο του τέκνου) αυτοτέλειας και προβλέπει (άρθρο 64) τη διατήρηση των ασφαλιστικών παροχών από φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως ως παροχών για τη δημιουργία ή την ενίσχυση και επαγγελματικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας. Οι αναπηρίες και παραμορφώσεις αυτές επιδρούν στη μείωση της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης που είναι σε νεαρή ηλικία,γιατί επιδρούν δυσμενώς στις κοινωνικές συναναστροφές και γενικά την κοινωνική της εξέλιξη, η οποία, ανεξάρτητα από το φύλο του ανθρώπου επιδιώκεται και επιτυγχάνεται μέσω και του γάμου, ο οποίος για την αναιρεσίβλητη θα είναι για τους ανωτέρω λόγους,ιδιαίτερα δυσχερής, χωρίς κάποιο ποσό που θα εχρησίμευε στη δημιουργία μιας οικονομικής βάσεως, που θα έδιδε την υπόσχεση να κάμει ευχερέστερο το γάμο αυτό”

11 Βλ. ΑΠ 840/1998 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2598/1999 ΕλλΔνη 2001 176, ΕφΘεσς/νίκης 2738/1990 ΑΡΜ 1991 134, ΕφΘεσνίκης 4512/1988 ΑΡΜ 1988 1109

12 Σε αυτό το σημείο συμφωνεί και η θεωρία που δέχεται ότι η 931 ΑΚ είναι διάταξη που δεν ιδρύει καθόλου ευθύνη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μόνη εφαρμοστέα διάταξη ως προς αυτό είναι η 932 ΑΚ, βλ. Γεωργιάδης, ο.π. Βοσινάκης, Φίλιος, Δεληγιάννης/Κορνηλάκης)

13 ΕλλΔνη 1997 67

14 Δωρής Φ., σχόλιο στην ΑΠ 840/1998 ΝοΒ 2006 36 37 

15 Ο.π. Κορνηλάκης, σ. 633-634

16 Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ΑΠ 1466/2003, ΑΠ 78/2002, ΑΠ 477/2001, ΝΟΜΟΣ, αντίθετη ωστόσο νομολογία ΑΠ 839/1993, ΕλλΔνη 1995 134 (Ταυτόχρονα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα του ύψους της ζημίας του παθόντος, από την αναπηρία του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε ότι η ζημία ανέρχεται στο παραπάνω χρηματικό ποσό, χωρίς να αναφέρει τους επί μέρους λόγους και τους τρόπους, κατά τους οποίους προκύπτει το κονδύλιο αυτό), ΔΕφΑθ 3436/2002 (όπου αναφέρει…. κατ΄ άρθρο 931 του Α.Κ. επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο πρόσθετη αποζημίωση ύψους 3.000.000 δραχμών που είναι εύλογη και αναγκαία για την επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή αποκατάσταση του εφεσίβλητου)

17 Ο.π. Δωρή 37, Κατά τον Δωρή παρά τον χαρακτηριστικό προσανατολισμό των ως άνω αποφάσεων στην αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής πλευράς του παθόντος, δηλαδή στην αντιμετώπιση της περιουσιακής τους ζημίας, δέχεται ότι ο ιδιαίτερος αυτός στόχος της 931 ΑΚ επιτυγχάνεται όχι μόνο με την ΑΚ 929 ΑΚ αλλά και με την ΑΚ 932 ΑΚ που όμως παρέχει δικαίωμα αποκατάστασης ηθικής βλάβης και όχι περιουσιακής ζημίας. 

18 ΣτΕ 3463/2004 (…η διάταξη αυτή παρέχει βάση για αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως αν η αναπηρία επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, οι σχετικές δε επιπτώσεις δεν μπορεί να καλυφθούν με τις παροχές που προβλέπονται στα άρθρα 929 και 932 του Αστικού Κώδικα), ΔεφΑθ 3513/1997 (…πρέπει να προσδιορίζονται από τον ενάγοντα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η επίδραση της αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του, στο μέλλον του, καθώς και η έκταση της εντεύθεν περιουσιακής ζημίας του),

19 ΑΠ 16/2005 ΕλλΔνη 2005 735

20 ΑΠ 1516/2007 ΕλλΔνη 2009 695, ΑΠ 431/2005 ΕλλΔνη 2005 1058, ΑΠ 122/2006 ΝοΒ 2006 1010, βλ σχετική νομολογία Τριάντος Ν., ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2015, αρ. 929 1321

21 Βοσινάκης Α., σε ΑΣΤΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, αρ. 931 αρ. 1, Π. Φίλιος, Ενοχικό Δίκιο, γενικό μέρος, παρ. 186 Ε, 2,

22 Ο.π. Κορνηλάκης 

23 Ο.π. Δωρής, σ 39

24 ΑΠ 670/2006, ΕΠΙ. ΔΙΚ. Ι.Α. 2006 233, σύμφωνα με την οποία «η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφ` όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητας προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων)», σκ. Ι 

25 Κλάππας Η., ΑΚ 931 - Προϋποθέσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής - Επιδίκαση δαπανών νοσοκόμου ακόμη και όταν η σύζυγος προσέφερε τις σχετικές υπηρεσίες - Σχέση σωματικής αναπηρίας και ανικανότητας προς εργασία - Απαράδεκτο διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων εναγομένων - Απαράδεκτο διαζευκτικής ή επικουρικής έφεσης ως προς το πρόσωπο εφεσιβλήτου - Απαράδεκτο προσβολής απόφασης με έφεση μόνο για δικαστικά έξοδα. ΕφΠειρ 796/2008, Πειραϊκή Νομολογία, Τεύχος 1/2010, Ιανουάριος - Φεβρουάριος – Μάρτιος, 29

26 Βλ. ΑΠ 1710/2010 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1432/2009 ΧρΙΔ 2010,440· ΑΠ 177/2008 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 268/2008 ΕΠολΔ 2008,376· ΑΠ 514/2007 ΤΝΠ Νόμος, ο π. Ζερβογιάννη

27 ΝΟΜΟΣ

28 Και ορθότερη κατά την κρίση της γράφουσας 

29 Ο.π. Ζερβογιάννη

30 Ο.π. Ζερβογιάννη 

31 ΑΠ 177/2008, 1848/2008, 514/2007, ΝΟΜΟΣ

32 ΑΠ 1435/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 725/2009, ΑΠ 268/2008,ΝΟΜΟΣ

33 Κρητικός Α. «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα» εκδ.2008 παρ.17 σελ.290 επ., ΟλΑΠ 18/2008 ΔΕΝ 2008 σελ.1329, ΑΠ 509/2013,ΑΠ 1273/2013,ΑΠ 1435/2013 , ΑΠ 1051/2011, ΑΠ 525/2011, ΑΠ 410/2011, ΑΠ 408/2011, ΑΠ 1710/2010, ΑΠ 1545/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2010 ΧρΙΔ 2010 σελ.26,ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 725/2009 ΝΟΜΟΣ, Εφ Δωδ 40/2015, ΕφΠειρ 87/2015, ΕφΠειρ 53/2012 ΝΟΜΟΣ

34 ΑΠ 123/2010 ΕφΑΔ 2011 743 

35 ΣτΕ 119/2017 (Α)

36 ΣτΕ 877/2013

37 ΣτΕ 1717/2016, 2668/2015, 2937/2009,1437/2011