ΑΠΑΤΗ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Τα τελευταία έτη έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως τα δικαστήρια ουσίας της χώρας το ζήτημα των διορισμών στο Δημόσιο με πλαστά πτυχία. Οι υποθέσεις αυτές, μολονότι παρόμοιες από πλευράς πραγματικών περιστατικών, έτυχαν διαφορετικής αντιμετώπισης από τα ελληνικά δικαστήρια, κυρίως όσον αφορά δύο κρίσιμα νομικά ζητήματα· το πρώτο εξ’ αυτών ήταν: εάν κάποιος διαπράττει άπαξ απάτη με τη χρήση πλαστού τίτλου σπουδών και την ψευδή παράσταση ότι διαθέτει το τυπικό προσόν για να τον προσλάβουν και να τον μισθοδοτούν ή εάν διαπράττει κατ’ εξακολούθηση πράξεις απάτης κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του με παρασιώπηση του γεγονότος ότι προσλήφθηκε χωρίς να διαθέτει το τυπικό προσόν των σπουδών, κατόπιν εξαπάτησης με τη χρήση πλαστού τίτλου σπουδών και το δεύτερο εξ’ αυτών ήταν: αν κάποιος, που κατάφερε να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δημοσίου και να προσληφθεί στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, έχει τα ουσιαστικά προσόντα και παρέχει την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, προκαλεί ζημία στην περιουσία του Δημοσίου, ενόψει του ότι παρέχεται εργασία έναντι μισθού, και εάν από την παροχή εργασίας ισοσταθίζεται πλήρως η βλάβη που υφίσταται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ.
Ο όγκος των σχετικών ποινικών υποθέσεων, η έκδοση πληθώρας αποφάσεων στηριζόμενες σε εντελώς διαφορετικό σκεπτικό και η διάκριση των παραπάνω νομικών ζητημάτων ως εξαιρετικής σημασίας και γενικότερου ενδιαφέροντος οδήγησε μία εξ’ αυτών των υποθέσεων στην Πλήρη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία εξέδωσε την με αριθμό 3/2019 απόφασή του, με την οποία δόθηκε μία οριστική (και ορθή κατά την άποψή μας) λύση στα παραπάνω ζητήματα. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ομόφωνα, πήρε τη θέση της άπαξ τέλεσης του αδικήματος της απάτης στη χρονική στιγμή που συνέβη η χρήση του πλαστού πτυχίου, ορίζονταν αυτή ως το χρονικό σημείο τέλεσης της ψευδούς παράστασης. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, δεν υπήρξε ομοφωνία, ωστόσο, σύμφωνα με την πλειοψηφούσα άποψη κρίθηκε ότι δεν υπάρχει βλάβη του Δημοσίου όταν, αυτός που εξαπάτησε το Δημόσιο με πλαστό πτυχίο, είχε τα ουσιαστικά προσόντα και παρείχε την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, διότι με αυτόν τον τρόπο ισοσταθμίστηκε πλήρως η οποιαδήποτε ζημία του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ. Η –ομολογουμένως ισχυρή- μειοψηφία υποστήριξε τη θέση ότι όταν ελλείπουν τα ελάχιστα νόμιμα προσόντα – τυπικά ή ουσιαστικά- που προσδοκά το Δημόσιο, όπως επί παραδείγματι αυτό του πτυχίου, τότε δεν μπορεί η παρεχόμενη εργασία να θεωρείται «ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα» διότι αυτή είναι παράνομη (μη νόμιμη) και κατώτερη ποιοτικά από αυτή που είχε αποβλέψει το Δημόσιο.